Η διόγκωση των ληξιπρόθεσμων χρεών προς την Εφορία συνεχίζεται, παρά τις πάγιες ρυθμίσεις και τις εισπρακτικές παρεμβάσεις της φορολογικής διοίκησης. Η πίεση που ασκούν η ακρίβεια, το αυξημένο κόστος διαβίωσης και οι διαδοχικές φορολογικές υποχρεώσεις οδηγούν ολοένα και περισσότερους φορολογούμενους στη δημιουργία νέων οφειλών, με αποτέλεσμα το ιδιωτικό χρέος προς το Δημόσιο να παραμένει σε ανοδική τροχιά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, τα οποία επεξεργάστηκε το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, στο τέλος Απριλίου 2026 το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο ανήλθε στα 114,57 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 3,77 δισ. ευρώ σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025.

Η εικόνα, ωστόσο, είναι ακόμη πιο επιβαρυμένη, καθώς το εμφανιζόμενο ύψος των οφειλών επηρεάζεται από διαγραφές και από τη μεταφορά σημαντικών ποσών στην κατηγορία των ανεπίδεκτων είσπραξης. Εάν δεν είχαν πραγματοποιηθεί αυτές οι κινήσεις, το πραγματικό ληξιπρόθεσμο χρέος θα ήταν αισθητά υψηλότερο.
Είναι χαρακτηριστικό ότι 35,53 δισ. ευρώ, δηλαδή το 31,01% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, έχουν χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτα είσπραξης. Μάλιστα, μόνο τον Νοέμβριο του 2025 μεταφέρθηκε στην κατηγορία αυτή πρόστιμο του πρώην ΚΒΣ ύψους 5,51 δισ. ευρώ, γεγονός που περιόρισε τεχνητά την ετήσια αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Από το πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο, που διαμορφώνεται σε περίπου 79 δισ. ευρώ, τα 52,37 δισ. ευρώ ή το 66,26% αφορούν φορολογικές οφειλές. Τα πρόστιμα αντιστοιχούν σε 17,45 δισ. ευρώ (22,09%), ενώ οι μη φορολογικές οφειλές, όπως δάνεια, καταλογισμοί και δικαστικά έξοδα, ανέρχονται σε 9,2 δισ. ευρώ (11,65%).

Η ανάλυση των φορολογικών χρεών δείχνει ότι 8,15 δισ. ευρώ αφορούν αφερέγγυους οφειλέτες, ενώ άλλα 17,28 δισ. ευρώ προέρχονται από οφειλές ηλικίας άνω των δέκα ετών. Έτσι, το πραγματικά εισπράξιμο τμήμα περιορίζεται στα 26,95 δισ. ευρώ, από το οποίο προέρχεται το 92,4% των συνολικών εισπράξεων της φορολογικής διοίκησης. Ουσιαστικά, σχεδόν όλα τα φορολογικά έσοδα προέρχονται από περίπου το ένα τρίτο του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.
Μεγαλύτερη πηγή οφειλών παραμένει ο ΦΠΑ, με χρέη 24,74 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 47,23% των φορολογικών οφειλών. Ακολουθεί ο φόρος εισοδήματος με ποσοστό 42,17%, ενώ οι φόροι στην περιουσία, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο ΕΝΦΙΑ, αντιστοιχούν σε 2,79 δισ. ευρώ ή στο 5,33% των φορολογικών χρεών.
Περισσότεροι οι οφειλέτες
Στο τέλος Απριλίου οι οφειλέτες της Εφορίας ανήλθαν σε 4.251.967 φυσικά και νομικά πρόσωπα, αυξημένοι κατά 9.460 σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Η αύξηση προήλθε κυρίως από οφειλές έως 50 ευρώ, όπου προστέθηκαν σχεδόν 77.000 νέοι οφειλέτες.
Σε σύγκριση με τον Μάρτιο, πάντως, ο αριθμός των οφειλετών μειώθηκε κατά 545.788, εξέλιξη που συνδέεται με την εξόφληση ή τη ρύθμιση της πρώτης δόσης του ΕΝΦΙΑ και την αποκλιμάκωση της προσωρινής αύξησης που είχε καταγραφεί τον προηγούμενο μήνα.

Η εικόνα των χρεών
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το 96,57% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου προέρχεται από οφειλές άνω των 10.000 ευρώ, ενώ μόνο οι οφειλές που υπερβαίνουν το 1 εκατ. ευρώ συγκεντρώνουν το 75,53% του συνολικού χρέους, αν και αφορούν μόλις το 0,24% των οφειλετών.
Στον αντίποδα, το 90,4% των οφειλετών χρωστά ποσά έως 10.000 ευρώ, όμως οι συγκεκριμένες οφειλές αντιστοιχούν μόλις στο 3,43% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.
Από το σύνολο των χρεών, τα φυσικά πρόσωπα οφείλουν 43,53 δισ. ευρώ ή το 38%, ενώ τα νομικά πρόσωπα συγκεντρώνουν οφειλές 71,04 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 62% του συνόλου.
Παρά τις διαθέσιμες πάγιες ρυθμίσεις των 24 και 48 δόσεων, μόλις 5,39 δισ. ευρώ ή το 6,83% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου βρίσκεται σήμερα σε καθεστώς ρύθμισης. Τα υψηλότερα ποσοστά ένταξης καταγράφονται στις οφειλές από 10.001 έως 100.000 ευρώ, ενώ ιδιαίτερα περιορισμένη παραμένει η συμμετοχή τόσο στις πολύ μικρές οφειλές έως 500 ευρώ όσο και στις πολύ μεγάλες οφειλές άνω των 500.000 ευρώ.