Σημαντικές αλλαγές στο πλαίσιο των μισθώσεων φέρνει ο νέος νόμος 5221/2025, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1η Μαΐου 2026 και εισάγει μια νέα, ταχύτερη διαδικασία για την απόδοση μισθίου μετά τη λήξη της μίσθωσης. Πρόκειται για μια εξέλιξη που, σύμφωνα με την ΠΟΜΙΔΑ, έρχεται να καλύψει ένα διαχρονικό κενό, επιχειρώντας ταυτόχρονα να ισορροπήσει ανάμεσα στα δικαιώματα ιδιοκτητών και ενοικιαστών.
Η βασική καινοτομία του νόμου είναι ότι επεκτείνεται πλέον η δυνατότητα έκδοσης διαταγής απόδοσης μισθίου όχι μόνο σε περιπτώσεις οφειλής ενοικίων, αλλά και όταν λήγει η μίσθωση, είτε πρόκειται για συμβόλαια ορισμένου είτε αορίστου χρόνου. Μέχρι σήμερα, σε πολλές τέτοιες περιπτώσεις απαιτούνταν η προσφυγή στη συνήθη δικαστική διαδικασία, η οποία μπορούσε να διαρκέσει πολλούς μήνες ή και χρόνια.
Με τη νέα ρύθμιση, οι ιδιοκτήτες αποκτούν ένα σαφές και πιο σύντομο χρονοδιάγραμμα για την επανάκτηση της χρήσης του ακινήτου τους. Από την άλλη πλευρά, προβλέπεται συγκεκριμένο πλαίσιο προστασίας για τους ενοικιαστές, με στόχο να έχουν επαρκή χρόνο για να μετακινηθούν χωρίς αιφνιδιασμό.
Κεντρικό στοιχείο της νέας διαδικασίας είναι η πρόβλεψη ελάχιστης εξάμηνης διάρκειας από τη στιγμή που θα ξεκινήσει η διαδικασία έως την τελική αποχώρηση του ενοικιαστή σε περίπτωση λήξης της μίσθωσης. Συγκεκριμένα, προβλέπεται τρίμηνη εξώδικη προθεσμία πριν από την έκδοση της διαταγής και επιπλέον δίμηνη περίοδος για την εκτέλεσή της, ενώ στην πράξη ο συνολικός χρόνος φτάνει περίπου τους έξι μήνες. Το διάστημα αυτό θεωρείται κρίσιμο, ώστε οι ενοικιαστές να μπορέσουν να οργανώσουν τη μεταστέγασή τους.
Παράλληλα, οι ενοικιαστές διατηρούν το δικαίωμα να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη, καταθέτοντας ανακοπή κατά της διαταγής, αλλά και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν περαιτέρω παράταση. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να διασφαλιστεί ότι η διαδικασία δεν λειτουργεί σε βάρος όσων βρίσκονται σε πραγματική ανάγκη.
Από την πλευρά των ιδιοκτητών, η νέα διαδικασία θεωρείται σημαντική, καθώς περιορίζει τις καθυστερήσεις που προκαλούσε η μέχρι σήμερα δικαστική οδός. Η παραδοσιακή διαδικασία αγωγής στο Πρωτοδικείο παραμένει σε ισχύ, ωστόσο χαρακτηρίζεται από μεγάλους χρόνους εκδίκασης, αναβολές και δυνατότητα άσκησης ένδικων μέσων, που συχνά οδηγούν σε πολυετείς εκκρεμότητες. Η νέα διαδικασία έρχεται να λειτουργήσει παράλληλα, προσφέροντας μια πιο γρήγορη επιλογή σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν νομικές αμφισβητήσεις.

Ωστόσο, η εφαρμογή της νέας ρύθμισης συνοδεύεται και από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Για να κινηθεί η διαδικασία, απαιτείται η ύπαρξη έγγραφου μισθωτηρίου ή ηλεκτρονικής δήλωσης στην ΑΑΔΕ, καθώς και η τήρηση των προβλεπόμενων προθεσμιών. Επιπλέον, η διαδικασία ενεργοποιείται μέσω δικηγόρων, ενώ προβλέπεται και η εμπλοκή πιστοποιημένου δικηγόρου, ο οποίος αναλαμβάνει τον έλεγχο του φακέλου και την έκδοση της διαταγής.
Το κόστος της διαδικασίας επιβαρύνει κυρίως τον ιδιοκτήτη, ο οποίος καλείται να καταβάλει αμοιβές για νομικές υπηρεσίες, δικαστικό επιμελητή και παράβολο ύψους 300 ευρώ. Στην πράξη, η δυνατότητα ανάκτησης αυτών των εξόδων από τον ενοικιαστή δεν είναι πάντα δεδομένη, γεγονός που αποτελεί ένα από τα σημεία προβληματισμού.
Από την άλλη πλευρά, για τους ενοικιαστές η διαδικασία προβλέπει συγκεκριμένες εγγυήσεις, όπως η υποχρεωτική προειδοποίηση και τα χρονικά περιθώρια προσαρμογής, χωρίς να απαιτείται δική τους οικονομική επιβάρυνση για την αρχική φάση. Η πρόβλεψη αυτή επιχειρεί να εξισορροπήσει τη σχέση ανάμεσα στα δύο μέρη, σε μια περίοδο όπου η στεγαστική πίεση παραμένει υψηλή.
Συνολικά, το νέο πλαίσιο επιχειρεί να βάλει πιο σαφείς κανόνες σε μια αγορά που χαρακτηρίζεται από εντάσεις και αβεβαιότητα. Από τη μία πλευρά, επιταχύνει τις διαδικασίες για τους ιδιοκτήτες και ενισχύει την ασφάλεια των συναλλαγών. Από την άλλη, διατηρεί βασικές δικλείδες προστασίας για τους ενοικιαστές, δίνοντας χρόνο και δυνατότητες αντίδρασης.
Το κατά πόσο η νέα ρύθμιση θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη προσφορά κατοικιών, όπως εκτιμούν οι ιδιοκτήτες, ή αν θα δημιουργήσει νέες πιέσεις για τους ενοικιαστές, θα φανεί στην πράξη τους επόμενους μήνες, καθώς θα αρχίσει να εφαρμόζεται σε πραγματικές συνθήκες αγοράς.