Στις αγροτικές περιοχές της βορειοανατολικής Κίνας, οι αγρότες απολαμβάνουν μια απρόσμενη κρατική «γενναιοδωρία»: αυξημένες επιδοτήσεις για την καλλιέργεια σόγιας. Πρόκειται για μέρος μιας εθνικής προσπάθειας, ύψους 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων, με στόχο την οικονομική απεξάρτηση της χώρας από τις ΗΠΑ.

Την ίδια στιγμή, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στο Μιλγουόκι, η βιομηχανία Husco πασχίζει να περιορίσει τη χρήση κινεζικών εξαρτημάτων στα εργοστάσιά της. Η κυβέρνηση Τραμπ, μέσω των δασμών, επιδιώκει να αναστήσει την αμερικανική παραγωγή, ενώ οι πελάτες, όπως λέει ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Όστιν Ραμίρεζ, «απαιτούν πλέον μηδενική έκθεση στην Κίνα».

Ένα επώδυνο διαζύγιο

Ουάσιγκτον και Πεκίνο φαίνεται να αποδέχονται πλέον μια νέα πραγματικότητα: τη διαχείριση ενός «επώδυνου διαζυγίου» στα πιο ευαίσθητα εμπορικά ζητήματα. Ο οικονομικός ανταγωνισμός δεν είναι πια απλώς θέμα κέρδους, αλλά ζήτημα εθνικής ασφάλειας, σύμφωνα με τη Λίνγκλινγκ Γουέι, επικεφαλής ανταποκρίτρια της Wall Street Journal για την Κίνα, και την Τζιν Γουέιλεν, ανταποκρίτρια παγκόσμιας οικονομίας.

Η ηγεσία της Κίνας θεωρεί πλέον αναπόφευκτη την απεμπλοκή των δύο οικονομιών (το λεγόμενο «decoupling»). Πρόκειται για μια ιστορική μεταστροφή από τη δεκαετή ορθοδοξία που ήθελε την κινεζική επιτυχία να βασίζεται στα φθηνά προϊόντα για τους Αμερικανούς καταναλωτές και στην αμερικανική τεχνογνωσία. Σήμερα, ο Σι Τζινπίνγκ είναι αποφασισμένος να μην είναι πλέον ο «μικρός εταίρος» της Δύσης.

ΗΠΑ - Κίνα

«Η Κίνα αποδέχτηκε το διαζύγιο και τώρα εστιάζει στο να ελέγξει τον ρυθμό του», σημειώνει η Σάρα Μπέραν, έμπειρη Αμερικανίδα διπλωμάτης.

Το σχέδιο του 1 τρισεκατομμυρίου και το «μέτωπο» των μετάλλων

Σύμφωνα με ανάλυση της Wall Street Journal, το Πεκίνο έχει διαθέσει από τις αρχές του 2024 σχεδόν 1 τρισεκατομμύριο δολάρια για την επίτευξη αυτάρκειας στη γεωργία, την ενέργεια και τους ημιαγωγούς (τσιπ).

Ακόμη και κινήσεις που μοιάζουν με δείγματα συνεργασίας, όπως η έγκριση της πώλησης τσιπ της Nvidia στην Κίνα από τον Τραμπ, ερμηνεύονται στο Πεκίνο ως «καύσιμο» για την τελική τους ανεξαρτησία. Ο Τραμπ υποστηρίζει ότι έτσι οι ΗΠΑ κερδίζουν χρήματα από την τεχνολογική τους υπεροχή, κρατώντας όμως για τον εαυτό τους τα πιο εξελιγμένα προϊόντα.

Στην αντίπερα όχθη, η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του 2025 καθιστά σαφές ότι οι ΗΠΑ θέλουν να σπάσουν την εξάρτηση από κινεζικές πρώτες ύλες, όπως οι σπάνιες γαίες που είναι απαραίτητες για τα οπλικά συστήματα και την υψηλή τεχνολογία.

Την Τετάρτη, η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε τη συνεργασία της με την Ιαπωνία, το Μεξικό και την ΕΕ για τη δημιουργία «προτιμησιακών εμπορικών ζωνών» σε αυτά τα κρίσιμα μέταλλα, ώστε να ανακοπεί η κινεζική κυριαρχία.

Η πτώση του εμπορίου και τα κενά στους δασμούς

Τα νούμερα είναι αποκαλυπτικά, σύμφωνα με τους Γουέι και Γουέιλεν. Το μερίδιο της Κίνας στις αμερικανικές εισαγωγές υποχώρησε στο 7,5% στα τέλη του 2025, διαγράφοντας δύο δεκαετίες ανάπτυξης, ενώ το συνολικό εμπόριο μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων έχει βυθιστεί στα επίπεδα του 2010.

Η Κίνα, για να αντισταθμίσει τις απώλειες, «πλημμυρίζει» τον υπόλοιπο κόσμο με φθηνά προϊόντα, σύμφωνα με τη WSJ, ενώ πολλά προϊόντα αποστέλλονται πλέον στη Νοτιοανατολική Ασία για την τελική τους συναρμολόγηση, ώστε να «βαφτίζονται» μη κινεζικά και να αποφεύγουν τους δασμούς.

Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να το σταματήσει αυτό, προσφέροντας κίνητρα σε χώρες όπως το Βιετνάμ και η Ταϊλάνδη για να μειώσουν το κινεζικό περιεχόμενο στα προϊόντα τους.

Ο Πίτερ Κάιλ, υπουργός Επιχειρήσεων και Εμπορίου της Βρετανίας (αριστερά), και ο Ουάνγκ Ουεντάο, υπουργός Εμπορίου της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, υπογράφουν μνημόνιο συνεργασίας, 29/01/2026.

Η απεξάρτηση και το «όπλο» της σόγιας

Η σημερινή στάση της Κίνας αποτελεί μια θεαματική στροφή σε σχέση με την πρώτη θητεία του Τραμπ, όταν το Πεκίνο απέρριπτε κατηγορηματικά την ιδέα ότι αποτελεί στρατηγικό οικονομικό ανταγωνιστή των ΗΠΑ, σύμφωνα με νυν και πρώην Αμερικανούς διπλωμάτες.

«Το Πεκίνο πιστεύει ότι βρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση τώρα από ό,τι κατά την προηγούμενη διακυβέρνηση Τραμπ, ώστε να ανταγωνιστεί ως ισότιμος παίκτης και να σταθεί στις δικές του δυνάμεις», αναφέρει η Μπέραν, μία εκ των πρώην διπλωματών.

Αυτή η μετατόπιση έγινε σαφής σε άρθρο του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Χε Λιφένγκ -του «τσάρου» της οικονομίας και στενού συνεργάτη του Σι- τον περασμένο Νοέμβριο. Ο Χε τόνισε ότι η ανάπτυξη της επόμενης γενιάς εγχώριας βιομηχανίας υψηλής τεχνολογίας για την επόμενη πενταετία αποτελεί «εγγενή προϋπόθεση για… τη διασφάλιση της στρατηγικής πρωτοβουλίας στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων».

Σόγια

Παράλληλα, η Κίνα δαπανά τεράστια ποσά για την καθαρή ενέργεια περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα, με τις συνολικές επενδύσεις να αγγίζουν το 2024 τα 940 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με την Carbon Brief, έναν βρετανικό οργανισμό που παρακολουθεί ενεργειακά και κλιματικά ζητήματα.

Ίσως, το πιο ισχυρό γεωπολιτικό χαρτί είναι η σόγια, σύμφωνα με τους Γουέι και Γουέιλεν. Η Κίνα εξαρτάται σε ποσοστό άνω του 80% από τις εισαγωγές για να ταΐσει την τεράστια βιομηχανία χοιρινού κρέατος που διαθέτει. Αν οι δρόμοι του εμπορίου κλείσουν, η τιμή του χοιρινού -βασική πηγή πρωτεΐνης για 1,4 δισεκατομμύρια ανθρώπους- θα εκτοξευθεί, απειλώντας την κοινωνική σταθερότητα. Γι’ αυτό το Πεκίνο στρέφεται πλέον στη Βραζιλία και την Αργεντινή, ενώ ταυτόχρονα πιέζει για εγχώρια παραγωγή.

Σε όλους τους κλάδους, η Κίνα ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις της να επενδύσουν στο εξωτερικό -ειδικά στην Αφρική και τη Νοτιοανατολική Ασία-, προκειμένου να διαφοροποιήσουν τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες και να παρακάμψουν τους αμερικανικούς δασμούς.

Η κεντρική ιδέα, σύμφωνα με πηγές που βρίσκονται κοντά στο Πεκίνο, είναι ότι ο διαχωρισμός από τις ΗΠΑ μπορεί να γίνει αποδεκτός, αρκεί η Κίνα να παραμείνει ισχυρά συνδεδεμένη με τον υπόλοιπο κόσμο.