Παρά τη σταδιακή ενίσχυση της οικονομικής ανεξαρτησίας των γυναικών, το έμφυλο χάσμα στις επενδύσεις παραμένει μία από τις βασικές προκλήσεις για την ελληνική και ευρωπαϊκή οικονομία και καινοτομία. Σύμφωνα με μελέτη του European Innovation Council (EIC) και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι γυναίκες εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής σε επενδυτικές δραστηριότητες και συχνά δηλώνουν μικρότερη αυτοπεποίθηση στη λήψη οικονομικών αποφάσεων.  

Όπως προκύπτει, το έμφυλο χάσμα στις επενδύσεις αφορά συστηματικές ανισότητες, μεταξύ ανδρών και γυναικών, τόσο στην πρόσβαση σε κεφάλαια όσο και στη συμμετοχή στη λήψη επενδυτικών αποφάσεων. Περιλαμβάνει δύο βασικές διαστάσεις: την υποεκπροσώπηση των γυναικών επιχειρηματιών που λαμβάνουν χρηματοδότηση των επιχειρηματικών κεφαλαίων και κεφαλαίων ανάπτυξης, καθώς και τη χαμηλή παρουσία τους σε δομές λήψης αποφάσεων που κατανέμουν αυτή τη χρηματοδότηση.

Ενδεικτικά, μόλις 10% των General Partners (GPs) και 15% των Limited Partners (LPs) στην Ευρώπη είναι γυναίκες.

Ροή κεφαλαίων

Η ανισότητα αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στη ροή κεφαλαίων, αφού για κάθε 100 ευρώ που επενδύονται από Venture Capital (VC) στην Ευρώπη, μόλις 3 ευρώ καταλήγουν σε ομάδες με γυναίκες επικεφαλής και περίπου 15 ευρώ σε μικτές ομάδες.

Στην Ελλάδα, η εικόνα ακολουθεί την ίδια τάση, με τις γυναίκες να επιλέγουν συχνότερα πιο συντηρητικές μορφές αποταμίευσης, παρά το υψηλό επίπεδο συμμετοχής τους στο επιστημονικό και επιχειρηματικό δυναμικό.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρώπης, οι startups με τουλάχιστον μία γυναίκα συνιδρύτρια συγκεντρώνουν μόλις το 14,4% των VC rounds και το 12% της συνολικής χρηματοδότησης. Στον τομέα του deep tech (δηλαδή εταιρείες που βασίζονται σε επιστημονικές ανακαλύψεις και προηγμένη μηχανική) η ανισορροπία είναι ακόμη μεγαλύτερη: περίπου 80% των deep-tech εταιρειών ιδρύονται από ομάδες μόνο ανδρών, οι οποίες λαμβάνουν σχεδόν 90% της χρηματοδότησης venture capital.  

Η μελέτη υπογραμμίζει ότι οι αιτίες δεν είναι έλλειψη ικανότητας ή φιλοδοξίας, αλλά δομικοί, κοινωνικοί και θεσμικοί παράγοντες, όπως περιορισμένη πρόσβαση σε επενδυτικά εργαλεία, επίμονα στερεότυπα και υποεκπροσώπηση στις θέσεις λήψης αποφάσεων. Ωστόσο, το οικονομικό κόστος της υποεκπροσώπησης εκτιμάται σε περίπου 250 δισ. ευρώ ετησίως για την ευρωπαϊκή οικονομία, με συνέπειες στην καινοτομία, την ανταγωνιστικότητα και την τεχνολογική κυριαρχία.

Επιχειρήσεις

Παραδείγματα προόδου σε άλλες χώρες

Στην Ιρλανδία, το 25% των deep-tech startups έχουν περισσότερες από μία γυναίκες συνιδρύτριες, ενώ εθνικά επενδυτικά ταμεία δημιούργησαν ειδικά χρηματοδοτικά εργαλεία για γυναίκες διαχειρίστριες. Η Ισλανδία φτάνει στο 34,1% και η Πορτογαλία στο 25,2%, ενώ η Σουηδία και η Ισλανδία εφαρμόζουν πολιτικές ενίσχυσης της συμμετοχής των γυναικών σε όλα τα επίπεδα επενδύσεων, με την Ελλάδα να παραμένει κάτω από τον μέσο όρο.

Το έμφυλο χάσμα δεν αποτελεί απλώς ζήτημα δικαιοσύνης, αλλά περιορίζει την καινοτομία, εξασθενεί την ανταγωνιστικότητα και στενεύει το πεδίο της τεχνολογικής κυριαρχίας της Ευρώπης. Η ανάγκη γεφύρωσης αυτού του χάσματος είναι επιτακτική και απαιτεί περισσότερο από προγράμματα χρηματοδότησης. Απαιτεί πολιτισμική και δομική αλλαγή, ενισχύοντας τη συμμετοχή των γυναικών σε όλα τα επίπεδα της επενδυτικής αλυσίδας και την ανάπτυξη τεχνολογιών στρατηγικής σημασίας.

Όπως αναφέρει η Katerina Svíčková, Head of Gender Sector, DG RTD, European Commission, «Η ισότητα των φύλων δεν είναι απλώς ένας δίκαιος στόχος, είναι ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η Ευρώπη δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά να σπαταλά ταλέντα, ειδικά στον τομέα της προηγμένης τεχνολογίας.», αναδεικνύοντας τη σύνδεση του ζητήματος με τη στρατηγική ισχύ της ευρωπαϊκής καινοτομίας.

Πρωτοβουλίες όπως το WomenTechEU, που το 2025 προσέλκυσε 1.107 αιτήσεις και πάνω από 2.700 συμμετέχοντες σε matchmaking events, δείχνουν ότι η ενδυνάμωση των γυναικών στον τομέα της καινοτομίας είναι εφικτή και μετρήσιμη.

Στην Ελλάδα, η ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις είναι ιδιαίτερα έντονη. Όπως επισημαίνει η Αντιγόνη Λυμπεροπούλου, CEO της HDBI, «Η διαφορετικότητα δεν προκύπτει από μόνη της», υπογραμμίζοντας τον ρόλο των θεσμικών και δημόσιων επενδυτών στη διαμόρφωση περισσότερο συμπεριληπτικών αγορών.