Σημάδια κόπωσης εμφανίζει η πορεία μείωσης της ανεργίας στην Ελλάδα, την ώρα που η αγορά εργασίας εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έντονες ανισότητες. Παρότι τα ποσοστά ανεργίας κινούνται χαμηλότερα σε σχέση με προηγούμενα χρόνια, η βελτίωση δεν εξελίσσεται με την ίδια ένταση για όλες τις κοινωνικές ομάδες, ενώ η συνολική εικόνα δείχνει ότι η «εύκολη» αποκλιμάκωση έχει πλέον εξαντληθεί.

Η διαπίστωση αυτή αποτυπώνεται στην περιοδική ανάλυση «7 ΗΜΕΡΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» της Eurobank.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, το ποσοστό ανεργίας συνεχίζει μεν να μειώνεται, όμως ο ετήσιος ρυθμός συρρίκνωσής του έχει περιοριστεί αισθητά. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά εργασίας πλησιάζει σε ένα σημείο όπου η περαιτέρω μείωση της ανεργίας γίνεται πιο δύσκολη και απαιτεί βαθύτερες, στοχευμένες παρεμβάσεις.

Όπως επισημαίνουν οι οικονομολόγοι της τράπεζας, η ανεργία εξακολουθεί να πλήττει δυσανάλογα συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού. Νέοι, γυναίκες, μακροχρόνια άνεργοι και άτομα με αναπηρία αντιμετωπίζουν σημαντικά μεγαλύτερα εμπόδια ένταξης στην αγορά εργασίας σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό, κάτι που περιορίζει τη συνολική δυναμική της απασχόλησης.

Ιδιαίτερα χαμηλή παραμένει η συμμετοχή των νέων και των γυναικών στο εργατικό δυναμικό. Στην υπό εξέταση περίοδο, το ποσοστό συμμετοχής των νέων ηλικίας 15-24 ετών διαμορφώνεται στο 26,2%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τις γυναίκες ηλικίας 15-74 ετών φτάνει το 51,2%. Και οι δύο δείκτες συγκαταλέγονται στους τρίτους χαμηλότερους μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτυπώνοντας μια διαρθρωτική αδυναμία της ελληνικής αγοράς εργασίας.

Η μακροχρόνια ανεργία παραμένει επίμονο πρόβλημα

Παράλληλα, η μακροχρόνια ανεργία εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο επίμονα ζητήματα. Η Ελλάδα εμφανίζει, σχεδόν σε όλη την εξεταζόμενη περίοδο, υψηλότερα ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ-27. Το μέσο ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας ανέρχεται στο 57,1% για άτομα ηλικίας 15-74 ετών, κατατάσσοντας τη χώρα στη δεύτερη υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών.

Η ανάλυση υπογραμμίζει ότι, για να συνεχιστεί η αποκλιμάκωση της ανεργίας και να διαμορφωθεί μια πιο αποτελεσματική αγορά εργασίας, απαιτείται διεύρυνση της συμμετοχής περισσότερων ατόμων στο εργατικό δυναμικό. Κρίσιμος παράγοντας είναι και η καλύτερη αντιστοίχιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων με τις ανάγκες των επιχειρήσεων, ώστε να περιοριστούν τα φαινόμενα αναντιστοιχίας.

Η «χαλαρότητα» μειώνεται, αλλά όχι παντού

Στο σύνολο της αγοράς εργασίας, η λεγόμενη «χαλαρότητα» έχει περιοριστεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με την Eurobank, η ελληνική αγορά πλησιάζει το επίπεδο όπου το άθροισμα των ανέργων και των κενών θέσεων εργασίας ελαχιστοποιείται, κάτι που θεωρητικά συνδέεται με πιο αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς. Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν είναι ομοιόμορφη σε όλους τους κλάδους.

Σε επιμέρους τομείς της οικονομίας, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν έντονη σφιχτότητα, καθώς δυσκολεύονται να βρουν εργαζόμενους με το κατάλληλο μίγμα δεξιοτήτων. Το πρόβλημα εμφανίζεται εντονότερα σε κλάδους που θεωρούνται κρίσιμοι για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη, όπως η μεταποίηση, ο αγροτοδιατροφικός τομέας, η υγεία, η εκπαίδευση, ο τουρισμός και οι κατασκευές.

Η αναντιστοιχία δεξιοτήτων πιέζει παραγωγικότητα και προσαρμογή

Η αναντιστοιχία δεξιοτήτων, όπως σημειώνεται, υπονομεύει την παραγωγικότητα και περιορίζει την ικανότητα των επιχειρήσεων να προσαρμοστούν στις διαρθρωτικές αλλαγές της οικονομίας. Ταυτόχρονα, ενισχύει την ανάγκη για πιο στοχευμένες πολιτικές επαγγελματικής κατάρτισης, δια βίου μάθησης και ουσιαστικότερης σύνδεσης της εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Συνολικά, η εικόνα της ελληνικής αγοράς εργασίας δείχνει ότι η εύκολη μείωση της ανεργίας έχει πλέον ολοκληρωθεί. Το επόμενο βήμα περνά μέσα από την αντιμετώπιση χρόνιων ανισοτήτων και διαρθρωτικών αδυναμιών, που εξακολουθούν να κρατούν σημαντικό μέρος του πληθυσμού εκτός απασχόλησης.