Η συζήτηση στην Ευρωζώνη δεν περιστρέφεται πλέον γύρω από την ακρίβεια, αλλά γύρω από ένα διαφορετικό ρίσκο που κερδίζει έδαφος: την ταχεία ανατίμηση του ευρώ. Το ισχυρό κοινό νόμισμα μπορεί να περιορίζει τις πληθωριστικές πιέσεις, ταυτόχρονα όμως απειλεί να πλήξει την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών του Νότου, με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται στις πιο ευάλωτες περιπτώσεις.

Η πρώτη συνεδρίαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το νέο έτος πραγματοποιείται σε ένα περιβάλλον έντονων συναλλαγματικών μεταβολών. Η άνοδος του ευρώ, που συνδέεται άμεσα με τη συνεχιζόμενη αποδυνάμωση του δολαρίου, λειτουργεί ως «δίκοπο μαχαίρι» για τη νομισματική πολιτική: από τη μία συγκρατεί τις εισαγόμενες τιμές, από την άλλη όμως καθιστά ακριβότερα τα ευρωπαϊκά προϊόντα και υπηρεσίες στις διεθνείς αγορές.

Η δυναμική αυτή ενισχύθηκε μετά από δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ότι δεν τον προβληματίζει ένα ασθενέστερο δολάριο. Οι αγορές ερμήνευσαν το μήνυμα ως ανοχή –αν όχι επιδίωξη– μιας πιο αδύναμης αμερικανικής ισοτιμίας, οδηγώντας το ευρώ σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 2021. Για την ΕΚΤ, η εξέλιξη αυτή δεν είναι ουδέτερη.

Κεντρικοί τραπεζίτες της Ευρωζώνης αναγνωρίζουν ότι η συναλλαγματική ισοτιμία αποκτά πλέον μεγαλύτερη βαρύτητα στις αποφάσεις πολιτικής. Ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Francois Villeroy de Galhau, έχει επισημάνει ότι η πορεία του ευρώ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη συνολική οικονομική ισορροπία, ειδικά σε μια περίοδο όπου η ανάπτυξη παραμένει εύθραυστη.

Οι προκλήσεις για την Ελλάδα

Για χώρες όπως η Ελλάδα, το ισχυρό ευρώ δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις. Ο τουρισμός, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, αλλά και η ναυτιλία επηρεάζονται άμεσα από τις συναλλαγματικές ισοτιμίες. Ένα ακριβότερο ευρώ καθιστά πιο ακριβό το ελληνικό προϊόν για επισκέπτες και αγοραστές εκτός Ευρωζώνης, σε μια συγκυρία όπου ο διεθνής ανταγωνισμός εντείνεται και οι γεωπολιτικές αβεβαιότητες περιορίζουν τη ζήτηση.

Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός κινείται κάτω από τον στόχο του 2%, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια της ΕΚΤ να δικαιολογήσει μια αυστηρή νομισματική στάση αποκλειστικά με όρους σταθερότητας τιμών. Αυτό ενισχύει το δίλημμα: η διατήρηση υψηλών επιτοκίων στηρίζει το ευρώ, αλλά επιβαρύνει την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα. Αντίθετα, μια πιο χαλαρή πολιτική θα μπορούσε να ανακουφίσει τις οικονομίες, αλλά ενδέχεται να αναζωπυρώσει πληθωριστικές πιέσεις στο μέλλον.

Το διεθνές σκηνικό καθιστά την εξίσωση ακόμη πιο σύνθετη. Κεντρικές τράπεζες ακολουθούν διαφορετικές στρατηγικές, ενώ οι αγορές συναλλάγματος αντιδρούν περισσότερο σε πολιτικά σήματα παρά σε μακροοικονομικά δεδομένα. Σε αυτό το περιβάλλον, η ισοτιμία του ευρώ μετατρέπεται σε βασικό παράγοντα κινδύνου για την Ευρωζώνη.

Το ζητούμενο για την ΕΚΤ –και ειδικά για χώρες όπως η Ελλάδα– δεν είναι πλέον η αντιμετώπιση της ακρίβειας, αλλά η αποφυγή μιας παρατεταμένης απώλειας ανταγωνιστικότητας. Το ισχυρό ευρώ μπορεί να προσφέρει πρόσκαιρη ανακούφιση στις τιμές, αλλά αν διατηρηθεί, ενδέχεται να εξελιχθεί σε σοβαρό εμπόδιο για την ανάπτυξη και τις εξαγωγικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας.