Η Μάρθα Μπουζιούρη, μετά τις εξαιρετικές παραστάσεις της, «Pietà» και «Κυανιούχο Κάλιο» που χαρακτηρίζονται από τη χρήση της μεθοδολογίας του θεάτρου-ντοκιμαντέρ, επέστρεψε με ένα νέο, διαφορετικό έργο, το «Ούρλιαξα στους Θεούς του 0 και του 1», που καταπιάνεται με την Τεχνητή Νοημοσύνη και, όπως οι προηγούμενες δουλειές της, έτσι και αυτή ευαισθητοποιεί και αφυπνίζει, χωρίς διδακτισμούς ή υπερβολές.

Εξάλλου, όπως λέει η ίδια η δημιουργός και σκηνοθέτις της παράστασης, στη συνέντευξη που παραχώρησε στο Newsbeast, στην πραγματικότητα πρόκειται για «ένα ερωτικό γράμμα στην τέχνη του θεάτρου». Το «Ούρλιαξα στους Θεούς του 0 και του 1» είναι η τέταρτη παράσταση – «Σκίτσο» της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού που ανεβαίνει στο Θέατρο Δίπυλον και πρόκειται για ένα υβριδικό θέατρο εν θεάτρω που ακροβατεί – πότε παιχνιδιάρικα, πότε μελαγχολικά, πότε επικίνδυνα – μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλαστικής κατασκευής.

Μέσα από φρενήρεις ρυθμούς, παρατεταμένες παύσεις, black outs, playbacks, σιωπές και τραγούδια, θεατρικές ερμηνείες και προσωπικές εξομολογήσεις, βιωματικά κείμενα, ΑΙ generated κείμενα και αυτοσχεδιασμούς, η Μάρθα Μπουζιούρη συνθέτει και σκηνοθετεί μια θραυσματική δραματουργία, που θολώνει τα όρια ανάμεσα στην παράσταση και την πρόβα, τον ηθοποιό και τον ρόλο, το παρελθόν και το μέλλον, τον άνθρωπο και τον αλγόριθμο.

Μάρθα Μπουζιουρη
φωτογραφία Ελίνα Γιουνανλή

– Μετά την Pietà και πέρυσι το Κυανιούχο Κάλιο επιστρέφεις με μια παράσταση για την Τεχνητή Νοημοσύνη; Κινείται στο ίδιο ύφος με τις προηγούμενες δουλειές σου;

Και ναι και όχι. Κι αυτό είναι απελευθερωτικό. Όταν ο Ακύλλας Καραζήσης και η Νεφέλη Μαϊστράλη μου πρότειναν να σκηνοθετήσω στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού, το βρήκα μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρόκληση γιατί είχε πολλές «πρωτιές»: θα δούλευα πρώτη φορά με ένα προϋπάρχον ensemble οχτώ ηθοποιών με τους οποίους δεν είχα ξανασυνεργαστεί, εντατικά, στη σύντομη διάρκεια ενός μήνα, ένα θέμα της επιλογής μου κάτω από μια κοινή ομπρέλα: τη Γλώσσα. Αυτή η πρόσκληση-πρόκληση είχε παράλληλα και οικεία συστατικά, που μου έδωσαν μια ωραία ισορροπία: ο τρόπος δουλειάς που οραματίστηκαν η Νεφέλη και ο Ακύλλας με ενέπνευσε γιατί συναντιέται με τη δική μου ματιά για το θέατρο: ένα θέατρο που βασίζεται στην ομάδα ως μωσαϊκό, στους ανθρώπους ως πρώτη ύλη, στις εμπειρίες τους, στον τρόπο που βλέπουν τον κόσμο. Μπορεί η παράσταση στην Πειραματική να μην ακολουθεί τη φόρμα του καθαρόαιμου ντοκιμαντέρ των προηγούμενων δουλειών μου και να συνορεύει περισσότερο με ένα υβριδικό, devised θέατρο εν θεάτρω, αλλά ξεκίνησε, και αυτή, από μια λευκή σελίδα και συνδημιουργήθηκε με οχτώ υπέροχους συνοδοιπόρους που μπήκαν με φόρα κι εμπιστοσύνη σε αυτό το συλλογικό ταξίδι. Και ενώ δεν ήταν αυτοσκοπός (καθώς το κέντρο βάρους της παράστασης βρίσκεται αλλού), η παράσταση, πολύ οργανικά, απέκτησε κι έμφυλες αποχρώσεις.

– Πώς σου γεννήθηκε η επιθυμία να καταπιαστείς με την ΑΙ. Σε τρομάζει στο μέλλον τι διαστάσεις μπορεί να πάρει;

Η ιδέα γεννήθηκε πριν ένα χρόνο: τη στιγμή που προσγειώθηκε στο newsletter μου η ανακοίνωση του Εθνικού Θεάτρου της Γάνδης πως προσθέτει στο δυναμικό του την AI generated καλλιτέχνιδα Alva Ishii. Άρχισα να την «παρακολουθώ», να διαβάζω συνεντεύξεις της, να περιμένω με ποιο τρόπο θα αξιοποιήσει σκηνικά τη διακήρυξή του ένα από τα πιο προοδευτικά θέατρα στην Ευρώπη. Κάτι μέσα μου είχε μετατοπιστεί. Όχι με φόβο ή άρνηση, αλλά με μια παράξενη διέγερση. «Τι σημαίνει καλλιτέχνις σε έναν κόσμο όπου η καλλιτεχνική πράξη δεν προϋποθέτει πλέον σώμα, μνήμη, βιογραφία, φθορά;». Και όχι, η τεχνητή νοημοσύνη δεν με τρομάζει. Οι δυνατότητες που διανοίγει αυτή η τεχνολογία είναι εντυπωσιακές. Υπάρχουν φορές που μου προκαλεί δέος, άλλες που με φέρνει σε αμηχανία κι άλλες που μου γεννά υπαρξιακή κρίση. Από τις ιατρικές εφαρμογές που δίνουν τη δυνατότητα σε ανθρώπους με νευρολογικά νοσήματα να μιλήσουν ή να περπατήσουν μέχρι τις εφαρμογές που «φέρνουν πίσω τους νεκρούς μας» σε μορφή ψηφιακών avatars, και τα επικίνδυνα deep fakes, το πρίσμα μέσα από το οποίο την κοιτάζω αλλάζει κάθε φορά που αλλάζουν τα «χέρια» που χρησιμοποιούν το εργαλείο.

Μάρθα Μπουζιουρη
φωτογραφία Θοδωρής Πετρόπουλος

– Πιστεύεις πως πράγματι μπορεί στο μέλλον η ΑΙ να «αλώσει» και το θέατρο; Έναν χώρο ζωντανό και διαδραστικό με το κοινό;

Όχι, δεν το πιστεύω, ούτε το φοβάμαι. Το θέατρο θα επιβιώσει γιατί έχει την ίδια ηλικία με τον άνθρωπο. Δεν εφευρέθηκε ως τεχνολογία για να παροπλιστεί από μια επόμενη, γεννήθηκε μαζί μας και μόνο μαζί μας θα πεθάνει. Η ανάγκη του ανθρώπου να συναντιέται γύρω από μια «φωτιά», να λέει και να ακούει ιστορίες, δεν είναι διασκέδαση· είναι μηχανισμός επιβίωσης. Είναι η αρχή του πολιτισμού. Κάνουμε/βλέπουμε θέατρο για να έρθουμε πιο κοντά στον εαυτό μας και στο άλλο, για να δώσουμε νόημα σε ό,τι μας διαφεύγει ή μας τρομάζει, για να αντέξουμε την πραγματικότητα, για την ισχνή πιθανότητα να τη μετατοπίσουμε. Αυτό επικοινωνούμε και μέσα από την παράσταση, προβληματοποιώντας παράλληλα αυτό που βιώνουμε εκτός σκηνής: την αντικατάσταση του ανθρώπινου από το αποδοτικό, του ατελούς από το αψεγάδιαστο. Τη σταδιακή ολίσθηση της εμπειρίας προς την κατανάλωση, της ανθρώπινης παρουσίας προς την ψηφιακή προσομοίωση.

– Ο τίτλος «Ούρλιαξα στους Θεούς του 0 και του 1» σημαίνει κάτι; Πώς προέκυψε;

Χαίρομαι που ρωτάς, γιατί θέλω να δώσω τα εύσημα σε ένα ακόμα μέλος της ομάδας: το ChatGPT (!). Πριν ξεκινήσουμε τις πρόβες, τέσταρα διάφορα σενάρια πριν καταλήξω στην κεντρική ιδέα της παράστασης – συνομιλώντας με διάφορες εφαρμογές ΑΙ. Σε μια από τις πρώτες «συζητήσεις» μας, του ζήτησα, προβοκατόρικα, να ξαναγράψει το μονόλογο της Κασσάνδρας από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, προφητεύοντας αυτή τη φορά το τέλος του θεάτρου. Κι εκείνο ανταποκρίθηκε κάπως έτσι:
«Είδα τα ροκανίδια της σκηνής
να γίνονται pixels.
Τα σώματά σας
διάφανα, αποθηκευμένα.
Είπα: βλέπω το θάνατό σας σε υψηλή ανάλυση.
Είπατε: ευχαριστούμε για το feedback.
Ούρλιαξα στους θεούς του μηδέν και του ένα.
Καμία απάντηση
μόνο προτάσεις αναβάθμισης».
Σημ: Το 0 και το 1 είναι η γλώσσα των υπολογιστών. Όπως τα γράμματα είναι η βάση της γλώσσας μας, έτσι το 0 και το 1 είναι η βάση της ψηφιακής τεχνολογίας. Τη βρήκα ενδιαφέρουσα αυτή την επίκληση στον θεό όχι της αρχαίας τραγωδίας αλλά της συνθετικής τεχνολογίας, και την κράτησα ως τίτλο.

Μάρθα Μπουζιουρη
φωτογραφία Ελίνα Γιουνανλή

– Αυτό που οι αλγόριθμοι των social media καθορίζουν κατά κάποιον τρόπο, τι βλέπουμε και τι αισθανόμαστε, δεν είναι τρομακτικό; Σαν να κατευθύνει το συναίσθημά σου;

Δεν καθορίζουν τι βλέπουμε ακριβώς: μας φέρνουν πίσω, διογκωμένη ή διαστρεβλωμένη, την εικόνα του κόσμου που ήδη έχουμε διαμορφώσει. Δεν κατευθύνουν το βλέμμα: ζουμάρουν στην κατεύθυνση που ήδη κοιτάμε και μας δείχνουν όσα βλέπουμε, μεγεθυμένα, και όσα ακόμα δεν διακρίνουμε αλλά ανήκουν σε «συναφείς ζώνες ενδιαφέροντος». Κι αυτό είναι πιο επικίνδυνο. Γιατί φτιάχνουν μια φούσκα μέσα στην οποία πλοηγούμαστε – ομογενοποιημένη, ομο-ιδεατική, πεπερασμένη. Εκείνο που ίσως χαρακτήριζα τρομακτικό είναι πως σταδιακά κατακλυζόμαστε από κατασκευασμένο περιεχόμενο: πως η προπαγάνδα, η παραπληροφόρηση και η χειραγώγηση καλπάζουν σε τρελές, ανεξέλεγκτες ταχύτητες, πως τελικά δεν ξεχωρίζουμε «ποιος είναι ο άνθρωπος και ποιος η μηχανή» – φράση που ακούγεται και στην παράσταση.

– Οι θεατές πώς αντιδρούν; Τι σας σχολιάζουν μετά το τέλος της παράστασης;

Το πρώτο πράγμα που μοιράζονται είναι πως βγαίνουν έχοντας περάσει από ένα roller-coaster συναισθημάτων. Έχουν γελάσει (ναι, έχουμε φτιάξει μια παράσταση που είναι αστεία και διασκεδαστική μέχρι κάποιο σημείο, τουλάχιστον, κι εδώ σταματώ τα spoilers), έχουν συγκινηθεί, έχουν σε στιγμές τρομάξει, και στο τέλος έχουν βγει με μια αίσθηση ανάτασης. Πώς είμαστε εδώ, και θα παραμείνουμε εδώ. Πως ακόμα κι αν όλα έχουν τελειώσει, μπορούμε πάντα να ξαναρχίζουμε χωρίς πλάνο, χωρίς οδηγίες χρήσης, χωρίς βεβαιότητες. Και είναι επίσης πολύ ωραίο, πως ενώ έχουμε κάνει μια παράσταση που αναρωτιέται αν και πώς η νέα τεχνολογία μπορεί να επηρεάσει μια ενσώματη, ζωντανή τέχνη όπως το θέατρο, αυτή ακουμπά κάθε κοινό, μυημένο ή μη. Γιατί συναντιέται με ένα οικουμενικό αίτημα: να μη συνηθίσουμε σε έναν κόσμο – εντός κι εκτός σκηνής – χωρίς σώμα, χωρίς τριβή, χωρίς έκθεση, χωρίς ρωγμές, χωρίς ευαλωτότητα.

Μάρθα Μπουζιουρη
φωτογραφία Ελίνα Γιουνανλή

– Είναι «εύκολη» παράσταση; Όταν την έγραφες είχες στο μυαλό σου σε ποιους ήθελες να μιλήσεις; Να απευθυνθείς με αυτό το έργο;

«Εύκολες» παραστάσεις μάλλον δεν ξέρω να φτιάχνω, γιατί δεν θα πήγαινα να τις δω. Ξέρω όμως ότι κάθε βράδυ που παρακολουθώ από την πλατεία το αποτέλεσμα αυτής της συλλογικής δουλειάς – για την οποία είμαι ευγνώμων σε όλη τη δημιουργική ομάδα πάνω και κάτω από τη σκηνή – συγκινούμαι σαν να τη βλέπω για πρώτη φορά. Κάτι καινούριο παρατηρώ, κάπου αλλού ζουμάρω, κάπως διαφορετικά ανασαίνει ένα σώμα σήμερα, κάπου συμβαίνει ένα κρακ εκεί που πριν δεν υπήρχε… Εκείνο που είχα στο μυαλό και στην καρδιά μου όταν ξεκινούσαμε, είναι πως ήθελα να γράψω ένα ερωτικό γράμμα στην τέχνη του θεάτρου. Να πω το δικό μου ευχαριστώ, επειδή κατοικώ – και το θεωρώ μεγάλο προνόμιο – έναν τόπο που μου δίνει βήμα να εκφραστώ, κοινωνικοπολιτικά και δημιουργικά, και δεν σταματά να με εκπλήσσει με τα θαυμαστά πλάσματα του. Που εμπεριέχει επαφή, ασφάλεια και ρίσκο μαζί, λάθος, έκπληξη, έκθεση, συγκίνηση, και τελικά αμοιβαία ευαλωτότητα: όσα δηλαδή δεν εμπεριέχει η ακριβής, εκτελεστικά άψογη και εντυπωσιακά ικανή τεχνητή νοημοσύνη. Και μου δόθηκε μια ωραία και αβίαστη ευκαιρία να το κάνω με αυτή την παράσταση. Όχι μόνη μου, αλλά μαζί με μια ομάδα που θόλωσε δημιουργικά τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας, ηθοποιού και ρόλου, που γέννησε μέσα από τη διαδικασία της πρόβας κείμενα βιωματικά και μυθοπλαστικά, που μοιράστηκε AI generated υλικό και προσωπικές εμπειρίες, που μελέτησε, αυτοσχεδίασε, τόλμησε, συνεισφέροντας συστατικά πολύτιμα και εύπλαστα, που βρήκαν τη θέση τους επάνω στη σκηνή.

– Φεύγοντας από το θέατρο, θα θέλουμε να ουρλιάξουμε; Και αν ναι, τι και σε ποιους;

Ποτέ ένα ουρλιαχτό δεν ήταν τόσο λυτρωτικό όσο αυτό λίγο πριν το φινάλε μας. Ελάτε λοιπόν να σπάσουμε τον τοίχο μεταξύ σκηνής και πλατείας, ελάτε να ουρλιάξουμε παρέα, έχουμε πολλά ανεκτόνωτα ουυουουου να στείλουμε ψηλά σε θεούς και δαίμονες. Το 0 και το 1 είναι εκεί για να σχηματίσει όλες τις λέξεις μας, το θέατρο είναι εκεί για να τις εκτοξεύσει σε όλες τις γλώσσες του κόσμου.

Μάρθα Μπουζιουρη
φωτογραφία Ελίνα Γιουνανλή

– Ιδανικά, εσύ τι θα ήθελες να κρατήσει ο θεατής από την παράσταση;

Πως η παράσταση «Ούρλιαξα στους θεούς του 0 και του 1», δεν είναι μια δυστοπία για το τέλος του Θεάτρου αλλά ένα love letter στο Θέατρο. Μια κατάφαση στη ζωή.
Πως όσο υπάρχει ανάσα,
όσο υπάρχει σώμα,
όσο υπάρχουν μάτια
θα παίζουμε.
Με κάθε τρόπο,
με ό,τι έχουμε,
το ένα με το άλλο
το ένα για το άλλο…

Λίγα λόγια για την παράσταση

Σε ένα μέλλον όπου η ψυχαγωγία παράγεται από τεχνητή νοημοσύνη και το ζωντανό θέαμα έχει εκτοπιστεί, οκτώ ηθοποιοί συναντιούνται για πρώτη φορά στα ερείπια ενός εγκαταλελειμμένου θεάτρου. Είναι – ήταν – το πρώτο θέατρο της χώρας. Κι αύριο κατεδαφίζεται.

Όλοι τους έχουν χρόνια να ανέβουν σε σκηνή. Κάποιος σπούδασε αλλά δεν πρόλαβε να παίξει. Κάποιος δανείζει σώμα και φωνή σε ΑΙ generated διαφημίσεις και videogames. Κάποιος το εγκατέλειψε πριν τον εγκαταλείψει εκείνο. Σχεδόν κανείς δεν θυμάται πώς φτιάχνεται το θέατρο. Θυμούνται όμως ότι τους λείπει. Κι αυτό αρκεί.

Χωρίς έργο, χωρίς σκηνοθέτη, χωρίς κοινό, με φόβο, αβεβαιότητα και δυσπιστία, ξεκινούν από το μηδέν να δημιουργήσουν θέατρο ξανά. Αντικείμενα από παλιές παραστάσεις, βιβλία, προγράμματα, σπασμένα μουσικά όργανα, φθαρμένα κοστούμια και μάσκες – θραύσματα της ιστορίας του θεάτρου – θα ενεργοποιήσουν τη φαντασία τους, θα ανασύρουν ξεχασμένα λόγια και μνήμες. Σιγά σιγά, το σώμα τους θα θυμηθεί. Πώς να πλησιάζει ξανά ένα άλλο σώμα. Να συντονίζεται σε μια μελωδία. Να σπάει. Να σωπαίνει. Nα λέει μια ιστορία.

Σύλληψη – Δημιουργία: Μάρθα Μπουζιούρη
Δραματολόγος παράστασης: Μάγδα Στεργίου
Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Ελισσαίος Βλάχος, Θεοδώρα Γεωργακοπούλου, Δημήτρης Καπετάνιος, Κονδυλία Κωνσταντελάκη, Άννα Λουϊζίδη, Θωμάς Μακρυγιάννης, Ουίτσι, Τατιάνα Άννα Πίττα

Παραστάσεις: Κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στις 20:30
Προπώληση: ticketservices.gr
ΘΕΑΤΡΟ ΔΙΠΥΛΟΝ: Σαμουήλ Καλογήρου 2, Αθήνα