Συναντήσαμε τον Ιβάν Σβιτάιλο, στο Θέατρο Τέχνης στην Πλάκα, λίγο πριν από την πρόβα για τη «Locandiera» του Κάρλο Γκολντόνι που πρόκειται να κάνει πρεμιέρα στις 5 Φεβρουαρίου, σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, με πρωτότυπη μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου.

Μαζί με τη Βερόνικα Δαβάκη κρατούν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους στην αιχμηρή αυτή κωμωδία σχέσεων που ανατρέπει τους κανόνες. Η κουβέντα μας με τον Ιβάν Σβιτάιλο περιστράφηκε γύρω από την παράσταση, τη μάχη των φύλων», τις σχέσεις, την κωμωδία, αλλά και τους κόντρα ρόλους που ο ίδιος έχει υποδυθεί, με πιο πρόσφατο εκείνον του «Τόλη» στη σειρά του Alpha, «Να με λες μαμά», που ήταν ένα «τέρας», όπως ο ίδιος λέει χαρακτηριστικά. Μιλήσαμε, επίσης για τον χορό, καθώς και για πιο προσωπικά ζητήματα, όπως η πατρότητα και πόσο τον άλλαξε ο ερχομός των παιδιών του, για τον πατέρα του που είχε σχεδόν 20 χρόνια να τον δει, αλλά και τη «βουτιά» στην αυτογνωσία που έκανε στα 30 του χρόνια.

Δείτε στο παρακάτω βίντεο τι είπε στο Newsbeast ο Ιβάν Σβιτάιλο για την παράσταση «Locandiera»:

– Ξεκίνησες ως χορευτής. Όταν αποφάσισες να περάσεις στην υποκριτική, αντιμετώπισες δυσκολίες ή εμπόδια λόγω αυτής της ιδιότητάς σου;

Σίγουρα, ο καθένας μπορεί να πει ό,τι θέλει, ειδικά στη σημερινή εποχή υπάρχει μια τεράστια ευκολία στο να πει ο καθένας ό,τι θέλει για τον άλλον. Εγώ επέλεξα την υποκριτική, γιατί προφανώς την αγαπάω. Αλλά μπορώ να πω πως ήταν αρκετά ομαλή η μετάβασή μου, γιατί είχα την τύχη να έχω δίπλα μου σε αρκετά νεαρή ηλικία τον Γιάννη Κακλέα. Ο Γιάννης, πέρα από μέντοράς μου, απαιτούσε από μένα να χορεύω στις παραστάσεις του στο 100%. Δηλαδή πρώτα να είμαι χορευτής και μετά μου επέτρεπε το οτιδήποτε άλλο, το οποίο θα ήθελα εγώ να διεκδικήσω. Και το διεκδικούσα για χρόνια, γιατί προφανώς ήθελε να με προφυλάξει. Ήταν πολύ «χειρουργικός» ο τρόπος που μου έδινε ελευθερίες σε αυτό το κομμάτι.

– Αυτό σε κρατούσε και προσγειωμένο, φαντάζομαι.

Και με κρατάει ακόμα. Πρέπει να είσαι ταπεινός για να χορεύεις. Είναι αρκετά επίπονη η διαδικασία και για το σώμα και όλα τα σχετικά για τη συντήρηση αυτού του πράγματος. Αλλά νιώθω ότι είναι ένα τεράστιο εργαλείο για το θέατρο, το ίδιο το σώμα, γιατί είναι κι ένα φοβερό εργαλείο έκφρασης. Μέσα από τη διαδικασία αυτή μπορείς να βρεις και άλλα εφόδια και άλλα εργαλεία. Η φωνή δεν είναι μόνο η πρόζα. Όπως βλέπεις, έχουμε και τον Δημήτρη Παπαδημητρίου στην παράσταση, που είναι ο συνθέτης μας, με τον οποίο έχουμε περάσει από πολλά κύματα, κάνοντας το Moby Dick ας πούμε, που ήταν ένα λιμπρέτο τριάντα χιλιάδων λέξεων. Η υποκριτική είναι ένα εργαστήρι, στο οποίο ο καθένας έρχεται με τα δικά του παιχνίδια. Εγώ είμαι τυχερός που έχω ένα σώμα το οποίο μέσα από τη διαδικασία τη χορευτική το ανακάλυψα και το αποδόμησα και ξέρω πολύ καλά να το χειρίζομαι και χαίρομαι πολύ που υπάρχει πάντα στο θέατρο η δυνατότητα της εξέλιξης. Να μην φοβάσαι την αποτυχία. Κάποια φορά η μεγαλύτερη αποτυχία μπορεί να είναι το μεγαλύτερο βήμα για εσένα να εξελιχθείς. Αν ήσουν καλός σε μια παράσταση, δεν σημαίνει ότι θα είσαι και στην επόμενη.

– Πιο δύσκολο είναι να χειρίζεσαι την επιτυχία ή την αποτυχία;

Την επιτυχία, νομίζω. Γιατί, όταν βιώνεις για παράδειγμα κάτι το οποίο είναι τεράστιο, εκεί δοκιμάζεται η ταπεινοφροσύνη σου, η ταπεινότητά σου και η ανάγκη σου να συνεχίζεις να είσαι στη δουλειά.

– Ήταν κάτι που ήθελες από παιδί να ασχοληθείς και με την υποκριτική;

Κοίτα σε εμένα, από παιδί ο χορός πάντα εμπεριείχε μέσα μου χαρακτήρες.

– Η καταγωγή σου έχει παίξει ρόλο στο να ασχοληθείς με τον χορό;

Φαντάζομαι πως ναι. Ανέβηκα στη σκηνή στα πέντε μου και πάντα θυμάμαι τον εαυτό μου να χορεύω.

– Στην Ελλάδα πότε ήρθες;

Στην ηλικία των δέκα.

– Οπότε στα πέντε σου ανέβηκες στη σκηνή στην Κριμαία, σωστά;

Ναι, στην Κριμαία. Σε διαγωνισμούς για παιδάκια και θυμάμαι από τότε πάντα να χορεύω έναν χαρακτήρα. Δεν θυμάμαι ποτέ να κάνω κινήσεις. Ο λόγος που αγάπησα τον χορό ήταν ο χαρακτήρας του Σπάρτακου, ο χαρακτήρας του Δον Κιχώτη, του Κουρσάρου, του πειρατή, του βασιλιά, του ήρωα, του πρίγκιπα. Ειδικά, ο κλασικός χορός εμπεριέχει μέσα την υποκριτική.

– Για ένα παιδάκι πώς είναι όλο αυτό να μπαίνει σε ρόλους;

Είναι ένας φανταστικός κόσμος, ένα φοβερό περιβάλλον, γεμάτος μουσική, υγεία, νεανικά σώματα, ευγένεια. Γιατί, μην ξεχνάμε, ο χορός είναι ένα από τα πιο ευγενικά επαγγέλματα.

– Αν ήσουν στην Ελλάδα ως παιδάκι πέντε ετών, πιστεύεις ότι θα είχες το περιθώριο και την αποδοχή; Δηλαδή, είναι εύκολο για ένα αγοράκι να ασχοληθεί με τον χορό ή υπάρχουν στερεότυπα σε αυτό το κομμάτι; Οι γονείς αφήνουν πιστεύεις εύκολα ένα αγοράκι να ασχοληθεί με τον χορό ή το μπαλέτο;

Αρχικά, δεν υπάρχει αρκετή ενημέρωση και μέριμνα. Αν σε κάθε σχολείο υπήρχε ένας δάσκαλος χορού, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Εμείς μένουμε σε μια μπασκέτα, στο ποδόσφαιρο, στα τέρματα, άντε να πάμε στην καλύτερη, σε παραδοσιακούς χορούς. Εγώ, ας πούμε, που τελείωσα στο 3ο Λύκειο Ζωγράφου, είχαμε μια φανταστική δασκάλα παραδοσιακών χορών και με έβαζε πάντα να χορεύω τσάμικα και τέτοια, επειδή ήδη είχα αποφασίσει ότι θα ασχοληθώ με αυτό. Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν υπάρχουν αρκετές υποδομές. Επίσης, δες τις καριέρες που έχουν φτιάξει τόσοι μεγάλοι χορευτές, παγκοσμίως και πώς τους φροντίζουν οι χώρες τους και τι σημασία δίνουν στην υπόσταση του χορευτή. Εμείς εδώ άντε να βραβεύουμε κανέναν ποδοσφαιριστή.

– Οι κόντρα ρόλοι σου αρέσουν;

Μπήκα στο θέατρο για να μπαίνω σε ξένα παπούτσια. Το ζήτημα είναι να μπαίνεις σε διαφορετικά πράγματα από εσένα, να ανακαλύπτεις διαφορετικά πράγματα και μέσα από εσένα να δημιουργείς αυτό το κόντρα που λέμε, το οποίο, κατά πόσο κόντρα είναι, είναι και λίγο σχετικό το ζήτημα. Γιατί όλοι μας κουβαλάμε μέσα μας έναν φοβιτσιάρη, έναν αλαζόνα, έναν εγωιστή, ένα τέρας, έναν ευαίσθητο άνθρωπο, έναν άνθρωπο ραγισμένο, έναν άνθρωπο που έχει στεναχωρηθεί, έναν άνθρωπο που δεν χόρεψε ποτέ και θέλει να χορέψει. Είναι η μαγεία της όλης διαδικασίας.

– Είναι και αυτό από τα τυχερά του επαγγέλματός σας. Αλήθεια, είναι κι ένα είδος ψυχοθεραπείας όλο αυτό;

Δεν θα έλεγα ότι είναι ψυχοθεραπεία, αλλά νομίζω πως πρέπει να έχεις βουτήξει στην αυτογνωσία για να μπορείς να χρησιμοποιείς διάφορα εργαλεία, για να μπορείς να ανακαλύπτεις μέσα στον εαυτό σου στοιχεία τα οποία θέλεις να χρησιμοποιήσεις για τον ρόλο, γιατί εμείς είμαστε ο ρόλος και αποφασίζουμε κατά πόσο θα μείνουμε στα όριά μας ή θα τα υπερβούμε.

– Εσύ πότε «βούτηξες» στην αυτογνωσία;

Εκεί, γύρω στα 30 μου. Για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα το είχα πολύ μεγάλη ανάγκη και το έκανα σαν ένα δώρο στον εαυτό μου. Για να καταλάβω κατά πόσο έχω όρια, κατά πόσο βάζω όρια στις διαπροσωπικές μου σχέσεις και στα συναισθήματά μου. Κατά πόσο αμφισβητώ τα συναισθήματά μου ή απλά παραδίνομαι σε αυτά. Οπότε, ήταν ένα σπουδαίο εργαστήρι από το οποίο κατάλαβα ότι εκεί μέσα διαχειρίζεσαι τις σχέσεις σου και τα συναισθήματά σου. Μαθαίνεις.

– Υπήρξε κάποιος λόγος που θέλησες να κάνεις αυτή τη «βουτιά» στην αυτογνωσία;

Ένας φίλος με παρότρυνε, ο οποίος μάλιστα μου βρήκε έναν άνθρωπο με τον οποίο μιλούσα και ρωσικά και ελληνικά, που ήταν σπουδαίο. Για πρώτη φορά, ανακάλυψα αυτές τις δυο μεριές και τις έκανα ένα. Δεν ήμουν πλέον, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αρκετά επίπονη η διαδικασία, γιατί ανακαλύπτεις πολλά πράγματα που δεν θέλεις να παραδεχτείς, που αρνείσαι, τα οποία θέλεις να αποφύγεις ή τα κρύβεις κάτω από το χαλάκι, κάνεις ότι δεν συμβαίνουν. Ήθελα πολύ να είμαι ο εαυτός μου, να έχω αυτοπεποίθηση, γιατί χωρίς αυτοπεποίθηση εκεί έξω δεν βγαίνεις, σε «τρώει» η σκηνή, αν δεν ξέρεις πώς να διαχειριστείς τον εαυτό σου, θεωρώ πως είναι πολύ δύσκολο.

– Η πατρότητα σε άλλαξε; Αυτό που λένε ότι σε αλλάζει όταν έρχεται ένα παιδί, εσύ το ένιωσες αυτό;

Ένιωσα περισσότερη αυτοπεποίθηση και μάλιστα ένιωσα ότι θα μπορούσα να το είχα κάνει και νωρίτερα. Άρχισα να ανακαλύπτω άλλες πτυχές του εαυτού μου, τις οποίες τις είχα πολύ μεγάλη ανάγκη, όπως η θέση του μπαμπά στο σπίτι, την οποία εγώ δεν την είχα σαν παιδί ποτέ, από τα δέκα μου και μετά τουλάχιστον, δεν την έζησα.

– Είσαι παιδί χωρισμένων γονιών;

Ναι, ναι. Ήρθα με τη μητέρα μου στην Αθήνα και τον πατέρα μου τον ξαναείδα μετά από 15-20 χρόνια.

– Δύσκολο αυτό, ε. Δεν είχατε καμία επικοινωνία;

Όχι, δεν είχαμε. Θεωρούσα από τα δέκα μου και μετά ότι ο μπαμπάς μου, για κάποιον λόγο, δεν με έχει επιλέξει.

Αυτό δεν είναι λίγο επίπονο, να νιώθεις έτσι;

Αυτό θέλω να σου πω, ότι με τις κόρες μου νιώθω ότι βιώνω αυτή την απίστευτη εμπειρία της πατρότητας. Κι επίσης νιώθω ότι καλύπτω και τα δικά μου κενά ως μπαμπάς για τις κόρες μου που εγώ δεν είχα. Και όλο αυτό μου δίνει πολλή δύναμη.

– Είναι πολύ ωραίο αυτό, όπως το λες, γιατί, ξέρεις, κουβαλάμε πράγματα μέσα μας, τα οποία φοβόμαστε να τα δούμε κάποιες φορές.

Μάλλον, φοβόμαστε να έρθουμε αντιμέτωποι με αυτά.