Η νέα κυβέρνηση της Ουγγαρίας, υπό τον Πέτερ Μάγιαρ και το κόμμα Τίσα, βάζει στο επίκεντρο της πολιτικής της ατζέντας τους επιχειρηματίες που αναδείχθηκαν και γιγαντώθηκαν κατά τη διάρκεια της 16ετούς διακυβέρνησης του Βίκτορ Όρμπαν, προωθώντας έναν νέο φόρο πλούτου που παρουσιάζεται ως εργαλείο κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά και ως μέσο αντιμετώπισης των ανισοτήτων που δημιουργήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Το μέτρο θεωρείται άρρηκτα συνδεδεμένο με την προσπάθεια αποδόμησης του συστήματος εξουσίας που οικοδομήθηκε επί Όρμπαν και το οποίο επέτρεψε σε μια ομάδα επιχειρηματιών να αποκτήσει τεράστια οικονομική επιρροή μέσω κρατικών συμβάσεων και δημόσιων προμηθειών.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του διαφημιστικού μεγιστάνα, Γκιούλα Μπάλασι, ενός από τους πλέον γνωστούς ωφελημένους της εποχής Όρμπαν. Λίγες εβδομάδες μετά τις εκλογές που έφεραν την πολιτική αλλαγή στην Ουγγαρία, εμφανίστηκε σε τηλεοπτική εκπομπή και ανακοίνωσε ότι παραχωρεί τις επιχειρήσεις του στο κράτος μαζί με μέρος της προσωπικής του περιουσίας. Ο Μπάλασι είχε αποκτήσει κεντρικό ρόλο στο επικοινωνιακό σύστημα της προηγούμενης κυβέρνησης, καθώς οι εταιρείες του διαχειρίζονταν το δίκτυο των γνωστών «μπλε πινακίδων», μέσω των οποίων χρηματοδοτούμενες από το κράτος εκστρατείες παρουσίαζαν ως δημόσιους εχθρούς προσωπικότητες όπως ο Τζορτζ Σόρος και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Σήμερα οι πινακίδες αυτές έχουν μείνει άδειες, ενώ ο ίδιος παραδέχεται ότι δεν βλέπει μέλλον για τον επιχειρηματικό του όμιλο στη νέα πολιτική πραγματικότητα.
Σύμφωνα με τον πολιτικό οικονομολόγο, Ζόλταν Πογκάτσα, η νέα φορολογική πολιτική στοχεύει σε ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής ελίτ που δημιουργήθηκε ή ενισχύθηκε κατά την περίοδο Όρμπαν. Αναλύοντας τις περιουσίες των 50 πλουσιότερων Ούγγρων, όπως καταγράφονται από το Forbes, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι 38 είτε απέκτησαν τον πλούτο τους μέσω δημόσιων διαγωνισμών κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Όρμπαν είτε επωφελήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από κρατικές προμήθειες και συμβάσεις. Οι επιχειρηματίες αυτοί δραστηριοποιούνται σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας, όπως τα μέσα ενημέρωσης, η ενέργεια, οι κατασκευές, οι τράπεζες και η αγορά ακινήτων, αποτελώντας βασικούς πυλώνες του λεγόμενου «Συστήματος Εθνικής Συνεργασίας» (NER), όπου η πολιτική αφοσίωση συνδεόταν στενά με την οικονομική επιτυχία.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της επιχειρηματικής ελίτ είναι ο Λόριντς Μέσαρος, ο οποίος βρίσκεται στην κορυφή της λίστας του ουγγρικού Forbes με εκτιμώμενη περιουσία 5 δισ. δολαρίων. Ο πρώην εγκαταστάτης φυσικού αερίου από την ίδια μικρή πόλη με τον Βίκτορ Όρμπαν δημιούργησε μια επιχειρηματική αυτοκρατορία που εκτείνεται στην ενέργεια, τις κατασκευές, τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, τον τουρισμό και τα μέσα ενημέρωσης. Ο ίδιος είχε αποδώσει παλαιότερα την οικονομική του άνοδο στον «Θεό, την τύχη και τον Βίκτορ Όρμπαν», αν και στη συνέχεια υποστήριξε ότι η επιτυχία του οφείλεται επίσης στην ευφυΐα και τη σκληρή δουλειά του.
Στους ισχυρούς επιχειρηματίες που συνδέθηκαν με το περιβάλλον του πρώην πρωθυπουργού συγκαταλέγεται και ο γαμπρός του, Ίστβαν Τίμπορτς. Με εκτιμώμενη περιουσία 245 εκατ. δολαρίων και παρουσία στους τομείς των ακινήτων, των ξενοδοχείων και των τραπεζών, ο Τίμπορτς καταλαμβάνει την 27η θέση στη λίστα των πλουσιότερων Ούγγρων, αποτελώντας μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές του επιχειρηματικού δικτύου που αναπτύχθηκε γύρω από το «καθεστώς Όρμπαν».
Η κυβέρνηση Μάγιαρ θεωρεί ότι η αντιμετώπιση του συστήματος NER αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ανασυγκρότηση του κράτους. Έχοντας εξασφαλίσει πλειοψηφία δύο τρίτων στο κοινοβούλιο, το Τίσα έχει δεσμευθεί να μεταρρυθμίσει το σύστημα δημόσιων διαγωνισμών και να ενισχύσει τους μηχανισμούς καταπολέμησης της διαφθοράς μέσω του νεοσύστατου Εθνικού Γραφείου Ανάκτησης και Προστασίας Περιουσιακών Στοιχείων. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις ο πλούτος αποκτήθηκε σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο που ίσχυε εκείνη την περίοδο, γεγονός που δυσκολεύει τυχόν ποινικές διώξεις. Για τον λόγο αυτό, υποστηρικτές του μέτρου θεωρούν ότι ο φόρος πλούτου μπορεί να λειτουργήσει ως απάντηση σε περιπτώσεις που χαρακτηρίζονται «ανήθικες αλλά νόμιμες».
Το σχέδιο προβλέπει ετήσιο φόρο 1% για περιουσίες άνω του 1 δισ. φιορινιών, με τον υπολογισμό να περιλαμβάνει ακίνητα, μετοχές, περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό, καθώς και πολυτελή αγαθά όπως γιοτ, ιδιωτικά αεροσκάφη, πίνακες ζωγραφικής και σπορ αυτοκίνητα, όπως αναφέρει ο Guardian. Σύμφωνα με τον Πέτερ Μάγιαρ, η πρωτοβουλία δεν αποτελεί τιμωρία αλλά μέτρο κοινωνικής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης, ενώ οι υποστηρικτές της υποστηρίζουν ότι θα συμβάλει στην επιστροφή δημόσιων πόρων στα κρατικά ταμεία μετά από χρόνια κατά τα οποία μεγάλα τμήματα της οικονομικής ελίτ επωφελήθηκαν από τη στενή σχέση τους με την πολιτική εξουσία.
Η συζήτηση για τον φόρο πλούτου έχει μετατραπεί έτσι σε μία ευρύτερη πολιτική αντιπαράθεση για την κληρονομιά της εποχής Όρμπαν. Για τους υποστηρικτές της νέας κυβέρνησης, πρόκειται για ένα αναγκαίο βήμα προκειμένου να περιοριστεί η υπερσυγκέντρωση πλούτου που δημιουργήθηκε γύρω από το NER. Για τους επικριτές, ωστόσο, η φορολόγηση δεν αποτελεί τη σωστή απάντηση σε φαινόμενα αθέμιτου πλουτισμού. Σε κάθε περίπτωση, οι ολιγάρχες που κυριάρχησαν στην ουγγρική οικονομία τα τελευταία χρόνια βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι με μια νέα πολιτική πραγματικότητα, η οποία απειλεί να ανατρέψει τα δεδομένα που επικρατούσαν επί δεκαετίες.