Η συμφωνία των Ντόναλντ Τραμπ και Κιρ Στάρμερ για το εμπόριο με τις ΗΠΑ έχει ήδη μετατραπεί σε πολιτικό και οικονομικό «πονοκέφαλο» για τη Μεγάλη Βρετανία, με τις αγροτικές περιοχές να πληρώνουν το τίμημα για τα οφέλη της αυτοκινητοβιομηχανίας και του χάλυβα.

Τη νύχτα της 7ης Μαΐου 2025, ο Κιρ Στάρμερ διέκοψε τον αγώνα της αγαπημένης του Άρσεναλ για να ακούσει τον Ντόναλντ Τραμπ να ζητά την τελευταία στιγμή παραχωρήσεις σε βιοαιθανόλη και χοιρινό, σε αντάλλαγμα για μειώσεις δασμών στα βρετανικά αυτοκίνητα και τον χάλυβα. Ο Βρετανός πρωθυπουργός επέλεξε να «θυσιάσει» τη βιοαιθανόλη και να απορρίψει το χοιρινό, μια απόφαση που, όπως αποδείχθηκε μέσα σε λίγους μήνες, άνοιξε τον δρόμο για το ξεχαρβάλωμα ολόκληρης βιομηχανίας στη Μεγάλη Βρετανία. Το εργοστάσιο Vivergo στο Χαλ έκλεισε, το Ensus στο Τίσσαϊντ παλεύει για την επιβίωσή του και οι αγρότες δηλώνουν ότι το Λονδίνο «διαπραγματεύτηκε μια ολόκληρη βιομηχανία για να κερδίσει αλλού πολιτικούς πόντους».

Οι δύο μονάδες βιοαιθανόλης μπορούσαν να απορροφήσουν έως 2 εκατ. τόνους βρετανικού σιταριού τον χρόνο, προσφέροντας ένα κρίσιμο premium περίπου 4–5 λίρες ανά τόνο,τη διαφορά, όπως λένε οι παραγωγοί, ανάμεσα στο κέρδος και τη ζημιά. Με τη ζήτηση να καταρρέει, το σιτάρι που κάποτε κατευθυνόταν σε βιοαιθανόλη στρέφεται πλέον αποκλειστικά στην κτηνοτροφική χρήση, αυξάνοντας την προσφορά στην εσωτερική αγορά και πιέζοντας τις τιμές προς τα κάτω. Όταν η Ensus «μπήκε στον πάγο» τον Σεπτέμβριο, οι τοπικές τιμές σιταριού στο βορρά έπεσαν κατά 8–10 λίρες τον τόνο, κόβοντας περίπου 25.000 λίρες από το ετήσιο εισόδημα ενός μόνο παραγωγού – «ένας ολόκληρος μισθός», όπως το περιγράφει χαρακτηριστικά ο αγρότης Μπρετ Άσκιου.

Η Μεγάλη Βρετανία σε ενεργειακή και αγροτική «μέγγενη»

Η κυβέρνηση του Στάρμερ αναγκάστηκε, εν μέσω του πολέμου στο Ιράν και των φόβων για έλλειψη διοξειδίου του άνθρακα, να ρίξει 100 εκατ. λίρες για να επανεκκινήσει προσωρινά το εργοστάσιο Ensus, που αποτελεί κρίσιμη πηγή CO₂ για τη βιομηχανία τροφίμων, ποτών και την υγεία. Η κίνηση αυτή βοήθησε τις τιμές σιταριού να ανακάμψουν μερικώς, αλλά, όπως τονίζουν οι παραγωγοί, αποκάλυψε κυρίως πόσο εύθραυστο έχει γίνει το σύστημα: χωρίς την Ensus, το «άλμα» των τιμών σβήνει και η αγορά καταρρέει. Ταυτόχρονα, ο πόλεμος στο Ιράν και οι αναταράξεις στα στενά του Ορμούζ εκτόξευσαν τις τιμές ενέργειας, ανεβάζοντας δραματικά το κόστος παραγωγής λιπασμάτων και, κατ’ επέκταση, το κόστος για τις καλλιέργειες σιτηρών στη Μεγάλη Βρετανία.

Οι αγρότες βλέπουν τα περιθώρια κέρδους να «εξατμίζονται»: τα λιπάσματα αναμένονται να αυξηθούν απότομα χωρίς αντίστοιχη άνοδο στις τιμές των σιτηρών, πιέζοντας τις εκμεταλλεύσεις σε επικίνδυνη ζώνη. Ορισμένοι εξετάζουν ήδη το ενδεχόμενο να αφήσουν χωράφια ακαλλιέργητα την επόμενη σεζόν, φοβούμενοι ότι η πλήρης σπορά με «ουρανοκατέβατες» τιμές λιπασμάτων θα οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή. Η Εθνική Ένωση Αγροτών προειδοποιεί ότι ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις στρέφονται σε τραπεζικό δανεισμό ή πίστωση από προμηθευτές σπόρων και λιπασμάτων απλώς για να «σταθούν στο ίδιο σημείο», χωρίς καν να επενδύουν σε ανάπτυξη.

Μεγάλη Βρετανία: από αυτάρκεια σε εξάρτηση

Η υποχώρηση της εγχώριας παραγωγής βιοαιθανόλης είχε αλυσιδωτές συνέπειες σε όλο το αγροδιατροφικό σύστημα της Μεγάλης Βρετανίας. Σε πλήρη λειτουργία, τα εργοστάσια παρήγαν έως και 750.000 τόνους υψηλής πρωτεΐνης ζωοτροφών, στηρίζοντας τη λογική της «κυκλικής οικονομίας», όπου το σιτάρι μετατρέπεται σε καύσιμο και ταυτόχρονα σε ζωοτροφή. Με το κλείσιμο και τη συρρίκνωση της παραγωγής, οι βρετανικοί μύλοι ζωοτροφών βλέπουν πλέον το μερίδιο εγχώριων πρώτων υλών να πέφτει από το 58% στο 49%, προσθέτοντας περίπου 680.000 τόνους εισαγόμενων συστατικών στα σιτηρέσια των ζώων.

Οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας προειδοποιούν ότι η αυξανόμενη εξάρτηση από εισαγωγές κάνει τη χώρα λιγότερο ανθεκτική σε σοκ στην εφοδιαστική αλυσίδα – από γεωπολιτικές κρίσεις μέχρι ακραία καιρικά φαινόμενα. Ταυτόχρονα, η μείωση της εγχώριας παραγωγής CO₂ από τα εργοστάσια βιοαιθανόλης δημιουργεί κινδύνους για την αλυσίδα σφαγής και επεξεργασίας κρέατος, καθώς το αέριο είναι κρίσιμο για τη διαδικασία, με την Εθνική Ένωση Χοιροτρόφων να μιλά για πιθανές «τεράστιες επιπτώσεις στις φάρμες» αν υπάρξουν νέες διαταραχές. Παράλληλα, οι δασμοί 10% που επέβαλε ο Τραμπ στο σκωτσέζικο ουίσκι έπληξαν την αμερικανική ζήτηση, οδηγώντας σε μείωση παραγωγής των αποστακτηρίων και σε κατάρρευση της ζήτησης για κριθάρι – σε ορισμένες περιοχές της Σκωτίας έως και κατά 50%.

Παρότι ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε πρόσφατα την άρση των δασμών μετά την επίσκεψη του βασιλιά Καρόλου Γ΄ στις ΗΠΑ, οι αγρότες παραμένουν συγκρατημένα αισιόδοξοι, γνωρίζοντας ότι η ανάκαμψη των εξαγωγών ουίσκι και, συνεπώς, του κριθαριού δεν θα φανεί άμεσα στα εισοδήματά τους. Την ώρα που η Μεγάλη Βρετανία απολαμβάνει χαμηλότερους δασμούς στα αυτοκίνητα που εξάγει στις ΗΠΑ, οι δασμοί στον χάλυβα παραμένουν καθηλωμένοι στο 25%, αφήνοντας πολλά ερωτήματα για το πραγματικό εθνικό όφελος της συμφωνίας. Για τους ανθρώπους της γης, το συμπέρασμα είναι πιο απλό και οδυνηρό: «Έχουμε χάσει μια ολόκληρη βιομηχανία και δεν έχουμε δει σχεδόν τίποτα σε αντάλλαγμα», όπως σχολιάζει ένας αγρότης από το Γιορκσάιρ.