Σε έντονη αντιπαράθεση βρίσκονται η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, σε αυτό που αξιωματούχοι περιγράφουν ως «πόλεμο αρμοδιοτήτων», σχετικά με το ποιος θα διαχειριστεί ένα επιπλέον πρόγραμμα επανεξοπλισμού ύψους 1 τρισ. δολαρίων ετησίως, το οποίο προκλήθηκε από τις απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η συζήτηση αυτή αναδεικνύει βαθιές διαφωνίες για τον ρόλο κάθε θεσμού στη διαμόρφωση της αμυντικής πολιτικής και της παραγωγής οπλικών συστημάτων στην Ευρώπη.
Η στρατιωτική συμμαχία υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, που αποτελεί βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αντιτίθεται εδώ και καιρό στην ανάληψη περισσότερων αμυντικών αρμοδιοτήτων από τις Βρυξέλλες. Ωστόσο, οι πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς τους συμμάχους να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες έχουν οδηγήσει σε αναθεώρηση της πολιτικής παραγωγής οπλισμού, έναν τομέα στον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει μεγαλύτερη τεχνογνωσία σε σχέση με το ΝΑΤΟ.
«Υπάρχει ένας πόλεμος αρμοδιοτήτων γύρω από τη βιομηχανική πολιτική άμυνας», ανέφερε ένας από τους αξιωματούχους, επισημαίνοντας ότι το βασικό ζήτημα αφορά το ποιος θα διαχειριστεί την αύξηση της παραγωγής και πώς αυτό θα επηρεάσει τα οπλικά συστήματα που θα χρησιμοποιεί η Ευρώπη στο μέλλον. Κεντρικό σημείο της διαμάχης αποτελεί επίσης ο ρόλος των αμερικανικών οπλικών συστημάτων, με το ΝΑΤΟ να αντιτίθεται στην προσέγγιση «Αγοράστε Ευρωπαϊκά» που προωθεί η ΕΕ στο πλαίσιο της ευρύτερης βιομηχανικής στρατηγικής της.

Ο Τζουζέπε Σπαταφόρα, ερευνητής στο Ινστιτούτο Μελετών Ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόνισε ότι «τόσο η ΕΕ όσο και το ΝΑΤΟ συμφωνούν στην ανάγκη οι Ευρωπαίοι να αναλάβουν την ηγεσία της συμβατικής άμυνας της ηπείρου, αλλά διαφωνούν στον τρόπο επίτευξης αυτού του στόχου». Όπως πρόσθεσε, η ΕΕ επιδιώκει την ενίσχυση της ενδοευρωπαϊκής συνεργασίας στη βιομηχανία άμυνας, ενώ για το ΝΑΤΟ η αμυντική βιομηχανική πολιτική πρέπει να παραμείνει διατλαντική.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν αναμένεται να συναντηθεί με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, μετά από συνάντηση που είχε με τον Ανώτατο Συμμαχικό Διοικητή Ευρώπης του ΝΑΤΟ, Αλέξους Γκρίνκεβιτς. Σύμφωνα με πληροφορίες, η βιομηχανική πολιτική αποτελεί βασικό θέμα στην ατζέντα των συζητήσεων.
Η στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της πρότασής του για την προσάρτηση της Γροιλανδίας από τη Δανία, χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ, έχει ενισχύσει την άποψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι η «στρατηγική αυτονομία» στην αμυντική παραγωγή είναι κρίσιμη για τη μείωση της εξάρτησης από τις ΗΠΑ. Παράλληλα, αυξάνεται η δυσαρέσκεια στις Βρυξέλλες απέναντι στον Μαρκ Ρούτε λόγω της άρνησής του να στηρίξει αυτή την προσέγγιση.
«Γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι χρειαζόμαστε αυτά τα συστήματα άμεσα, σε μεγάλες ποσότητες και με χαμηλό κόστος. Και ο τρόπος να το πετύχουμε είναι να τα κατασκευάζουμε στην Ευρώπη», ανέφερε Ευρωπαίος αξιωματούχος, προσθέτοντας ότι «το ΝΑΤΟ μπορεί να καθορίσει τι είδους οπλικά συστήματα χρειαζόμαστε, αλλά σε επίπεδο κανονιστικών και χρηματοδοτικών εργαλείων έχει περιορισμένες δυνατότητες».

Αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ εμφανίζονται ενοχλημένοι από πρόσφατες πρωτοβουλίες της ΕΕ, όπως τα σχέδια για τη δημιουργία ευρωπαϊκού συστήματος αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας, η λεγόμενη «ασπίδα drones» για τις χώρες που συνορεύουν με τη Ρωσία και η ενίσχυση του κεντρικού στρατιωτικού επιτελείου της Ένωσης. Οι κινήσεις αυτές θεωρούνται μέρος της προσπάθειας της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να καταστήσει τον επανεξοπλισμό βασικό στοιχείο της πολιτικής της κληρονομιάς, όπως αναφέρουν οι Financial Times.
Διπλωμάτης του ΝΑΤΟ σχολίασε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα έπρεπε να επικεντρωθεί στους τομείς όπου διαθέτει ήδη τεχνογνωσία, όπως οι εμπορικές συμφωνίες, και να μην παρεμβαίνει στη διατλαντική ασφάλεια.
Ο Μαρκ Ρούτε είχε προκαλέσει δυσαρέσκεια νωρίτερα μέσα στο έτος, όταν δήλωσε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ότι η Ευρώπη «ονειρεύεται» αν πιστεύει ότι μπορεί να προστατευθεί χωρίς τις ΗΠΑ, προειδοποιώντας ότι τέτοιες πρωτοβουλίες θα οδηγήσουν σε διπλασιασμό δομών και μεγαλύτερη πολυπλοκότητα.
Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές αμυντικές βιομηχανίες εκφράζουν ανησυχία για τις «συνεχείς τριβές» μεταξύ ΕΕ και ΝΑΤΟ. Ο Καμίλ Γκραν, γενικός γραμματέας της Ένωσης Αεροδιαστημικών, Ασφαλείας και Αμυντικών Βιομηχανιών της Ευρώπης και πρώην ανώτερος αξιωματούχος του ΝΑΤΟ, υπογράμμισε ότι το ζητούμενο είναι η ταχεία και αποτελεσματική οργάνωση της παραγωγής και ότι οι συγκρούσεις αρμοδιοτήτων δεν συμβάλλουν σε αυτό.
Όπως σημείωσε, σε μια περίοδο όπου το αμυντικό βιομηχανικό σύστημα των ΗΠΑ λειτουργεί στα όριά του λόγω του πολέμου στο Ιράν και η Ευρώπη αυξάνει σημαντικά τις δαπάνες της, είναι σαφές ότι υπάρχει ρόλος τόσο για το ΝΑΤΟ όσο και για την ΕΕ.
Η αντιπαράθεση αναμένεται να ενταθεί ενόψει της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα τον Ιούλιο, όπου η αμυντική βιομηχανική πολιτική αναμένεται να αποτελέσει κεντρικό θέμα. Παράλληλα, αξιωματούχοι της ΕΕ επιδιώκουν την ευθυγράμμιση των πολιτικών της Επιτροπής με τις κατευθυντήριες γραμμές και τα πρότυπα του ΝΑΤΟ.

Υπάρχουν ωστόσο και ενδείξεις σύγκλισης. Η ΕΕ εξαίρεσε τις αμυντικές δαπάνες από τους δημοσιονομικούς κανόνες της, ώστε τα κράτη-μέλη να μπορέσουν να επιτύχουν τον νέο στόχο του ΝΑΤΟ για δαπάνες ύψους 5% του ΑΕΠ στην άμυνα και τις σχετικές υποδομές. Εάν τα 23 κράτη-μέλη της ΕΕ που ανήκουν και στο ΝΑΤΟ επιτύχουν αυτόν τον στόχο, οι ετήσιες δαπάνες θα αυξηθούν κατά περίπου 1 τρισ. δολάρια σε σχέση με το 2024.
Παράλληλα, οι Βρυξέλλες έχουν διαθέσει 150 δισ. ευρώ σε χαμηλότοκα δάνεια για την αγορά οπλικών συστημάτων, τα οποία έχουν σχεδιαστεί για να ενισχύσουν την ευρωπαϊκή βιομηχανία, αλλά μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για την προμήθεια αμερικανικών όπλων όταν δεν υπάρχουν ευρωπαϊκές εναλλακτικές.
Η Γερμανία, ως η ισχυρότερη οικονομία της ΕΕ και ο μεγαλύτερος δαπανητής στην άμυνα, επιδιώκει μια ενδιάμεση προσέγγιση. Από τη μία πλευρά θεωρεί απαραίτητη την κάλυψη κρίσιμων κενών, όπως τα όπλα μεγάλου βεληνεκούς, οι δορυφορικές επικοινωνίες και τα συστήματα αναγνώρισης, ενώ από την άλλη αντιτίθεται στον αποκλεισμό αμερικανικών συστημάτων, όπως τα Patriot και τα μαχητικά F-35.
Ταυτόχρονα, το Βερολίνο επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οι γερμανικές εταιρείες θα επωφεληθούν στο μέγιστο από τον αμυντικό προϋπολογισμό ύψους 550 δισ. ευρώ για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Νόμος για τις προμήθειες που ψηφίστηκε τον Ιανουάριο από τη Bundestag διευκολύνει τον αποκλεισμό μη ευρωπαϊκών προμηθευτών, συμπεριλαμβανομένων των υπεργολάβων, από αμυντικά έργα.
«Η ΕΕ επιδιώκει να εδραιώσει τον νέο της ρόλο στην ανάπτυξη στρατιωτικών δυνατοτήτων, ενώ ταυτόχρονα το ΝΑΤΟ προσπαθεί να ενισχύσει τη δική του παρουσία σε βιομηχανικά ζητήματα», κατέληξε ο Καμίλ Γκραν, υπογραμμίζοντας ότι τελικά τα κράτη-μέλη είναι εκείνα που αποφασίζουν για το πού κατευθύνεται το 90% των αμυντικών δαπανών.