Οι ΗΠΑ ετοιμάζονται για μια νέα, αθόρυβη αλλά εκρηκτική γεωπολιτική αναμέτρηση στην Γροιλανδία, ζητώντας πρόσβαση σε τρεις επιπλέον περιοχές και προκαλώντας έντονη ανησυχία σε Δανία και Γροιλανδούς κατοίκους. Πίσω από τις «τεχνικές» διαπραγματεύσεις κρύβεται μια σκληρή μάχη για τον έλεγχο του Αρκτικού, όπου η Ουάσιγκτον δείχνει αποφασισμένη να μην αφήσει κανένα κενό ασφαλείας.

Το Πεντάγωνο διαπραγματεύεται με την Κοπεγχάγη πρόσβαση σε τρεις επιπλέον περιοχές στη Γροιλανδία, πέρα από τη σημερινή βάση πυραυλικής άμυνας στο Pituffik (πρώην Thule), σηματοδοτώντας την πρώτη ουσιαστική αμερικανική στρατιωτική επέκταση στο νησί εδώ και δεκαετίες. Ο επικεφαλής της U.S. Northern Command, στρατηγός Gregory Guillot, μίλησε για ανάγκη «περισσότερων λιμανιών και αεροδρομίων» ώστε οι ΗΠΑ να έχουν επιχειρησιακές επιλογές απέναντι στην αυξανόμενη απειλή στο Αρκτικό.

Στο μικροσκόπιο βρίσκονται κυρίως το Narsarsuaq στο νότιο τμήμα, με βαθύ φυσικό λιμάνι, και το Kangerlussuaq στη νοτιοδυτική Γροιλανδία, που διαθέτει ήδη μακρά πίστα ικανή να δεχτεί μεγάλα αεροσκάφη. Και οι δύο εγκαταστάσεις υπήρξαν κρίσιμες αμερικανικές βάσεις στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στον Ψυχρό Πόλεμο, λειτουργώντας ως κόμβοι μεταφοράς στρατευμάτων και βομβαρδιστικών μεταξύ Βόρειας Αμερικής και Ευρώπης.

Η Γροιλανδία, η Δανία και η «παγίδα» του 1951

Η Γροιλανδία είναι αυτόνομη περιοχή εντός του βασιλείου της Δανίας, με την Κοπεγχάγη να έχει την ευθύνη της άμυνας, στο πλαίσιο μιας σχέσης που κρατά πάνω από τρεις αιώνες. Το 1951 υπογράφηκε το ιστορικό αμερικανο–δανικό αμυντικό σύμφωνο, το οποίο –με ανανέωση το 2004– παρέχει ήδη στις ΗΠΑ πολύ ευρεία ελευθερία κινήσεων για στρατιωτική παρουσία στο νησί.

Το ίδιο σύμφωνο που η Δανία επικαλείται για να μπλοκάρει τις πιο επιθετικές ιδέες του Ντόναλντ Τραμπ περί «απόκτησης» της Γροιλανδίας, χρησιμοποιείται τώρα από την Ουάσιγκτον ως νομικό εργαλείο για να επεκτείνει την παρουσία της χωρίς να χρειάζεται νέα συνθήκη. Ειδικοί σημειώνουν ότι, τυπικά, Δανία και Γροιλανδία μπορούν να πουν «όχι», αλλά στην πράξη φοβούνται ότι μια τέτοια κίνηση θα παρουσιαστεί από τις ΗΠΑ ως «κίνδυνος ασφάλειας», ανοίγοντας τη συζήτηση για αμερικανική διεκδίκηση ελέγχου.

Η Γροιλανδία και ο φόβος της «αμερικανικής εισβολής»

Η ένταση έφτασε σε οριακό σημείο στις αρχές του 2026, όταν αποκαλύφθηκε ότι η δανική κυβέρνηση είχε έτοιμο σχέδιο να ανατινάξει στρατηγικούς διαδρόμους προσγείωσης στη Γροιλανδία, σε περίπτωση που ο Τραμπ επιχειρούσε μονομερή στρατιωτική κατάληψη. Δανικά στρατεύματα στάλθηκαν στη νησιωτική περιοχή με εκρηκτικά και ιατρικά εφόδια, προετοιμασμένα να καταστρέψουν κρίσιμα αεροδρόμια σε Nuuk και Kangerlussuaq για να αποτρέψουν αποβίβαση αμερικανικών δυνάμεων.

Η κρίση έχει προς το παρόν εκτονωθεί, καθώς ο Τραμπ έχει στραφεί στον πόλεμο με το Ιράν, αλλά η εμμονή του με τη Γροιλανδία παραμένει, διατηρώντας την Κοπεγχάγη σε μόνιμη άμυνα. Παρά τη ρητορική περί «συμμαχικής συνεργασίας», οι Δανοί φοβούνται ότι οποιαδήποτε υπερβολική αντίσταση στις αμερικανικές απαιτήσεις μπορεί να οδηγήσει σε νέα, ακόμη πιο επικίνδυνη αντιπαράθεση.

Η Γροιλανδία αντιδρά: «Δεν θέλουμε περισσότερους στρατιώτες»

Στο εσωτερικό της Γροιλανδίας αυξάνονται οι φωνές που αντιδρούν στη νέα αμερικανική στρατιωτική επέκταση, θεωρώντας ότι το νησί αντιμετωπίζεται ως γεωστρατηγικό λάφυρο και όχι ως κοινωνία με δικαιώματα. Κάτοικοι, όπως επιχειρηματίας που διατηρεί κέντρο με σκυλιά έλκηθρου, δηλώνουν ότι «πολλοί δεν θέλουν περισσότερους στρατιωτικούς στη Γροιλανδία, αλλά αν το αποφασίσουν οι μεγάλες δυνάμεις, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα», όπως γράφουν οι New York Times.

Η δυσφορία είναι έντονη και στην πρωτεύουσα Nuuk, όπου ηλικιωμένοι κάτοικοι περιγράφουν αίσθημα «ανασφάλειας» και «ανησυχίας» μπροστά στο ενδεχόμενο μιας μόνιμα ενισχυμένης αμερικανικής παρουσίας στη Γροιλανδία. Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση της Γροιλανδίας κρατά χαμηλούς τόνους, αποφεύγοντας δημόσια σχόλια, ενώ και το δανικό ΥΠΕΞ και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αρνούνται να μιλήσουν ανοικτά για τις λεπτομέρειες των σχεδιαζόμενων νέων βάσεων.