Το νέο «πρόσωπο» του παγκόσμιου οργανωμένου εγκλήματος ξεδιπλώθηκε μέσα από την καταδίκη του Αντουάν (Τόνι) Κάσσις, εξαδέλφου του πρώην προέδρου της Συρίας Μπασάρ αλ Άσαντ, σε αμερικανικό δικαστήριο για συνωμοσία να ανταλλάξει όπλα με κολομβιανή κοκαΐνη. Η υπόθεση αποκαλύπτει ένα υπόγειο δίκτυο που ενώνει ιρανικά και ρωσικά αποθέματα στρατιωτικού υλικού με καρτέλ και αντάρτικες οργανώσεις της Λατινικής Αμερικής, μέσα από μια διαδρομή που περνά από Τουρκία, Μέση Ανατολή και Αφρική.
Ο 58χρονος Κάσσις, που παρουσιαζόταν ως ισχυρός μεσάζων του καθεστώτος Άσαντ, συμφώνησε –σε συνάντηση παγίδα της DEA στο Ναϊρόμπι– να προμηθεύσει αντιαεροπορικούς πυραύλους τύπου Stinger, drones, RPG και πολυβόλα, σε αντάρτες του ELN στην Κολομβία, με αντάλλαγμα 500 κιλά κοκαΐνη αξίας 14 εκατ. δολαρίων. Τα όπλα προέρχονταν, σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, από αποθήκες που είχαν τροφοδοτηθεί από το Ιράν και τη Ρωσία, αξιοποιώντας δίκτυα που εδώ και χρόνια «χτίζει» η Χεζμπολάχ στη διασπορά.
Η DEA παρακολουθούσε τον Κάσσις επί δύο χρόνια, χρησιμοποιώντας μυστική πληροφοριοδότρια («Selma») που είχε διεισδύσει σε λεβανέζικο δίκτυο ξεπλύματος χρήματος με πελάτες το ELN, το καρτέλ Σιναλόα και τη Χαμάς, φτάνοντας σε κρυπτοσυναλλαγές 82,5 εκατ. δολαρίων που μετατρέπονταν σε μετρητά σε Μαρόκο και Γκάνα. Το σχέδιο προέβλεπε η κοκαΐνη να φτάσει σε κοντέινερ με… μπανάνες στο λιμάνι της Λαττάκειας, με τη συριακή 4η Τεθωρακισμένη Μεραρχία –που διοικεί ο Μαχέρ αλ Άσαντ– να εξασφαλίζει «ασφαλή διάδρομο» διακίνησης προς Λίβανο, Αίγυπτο και πέραν.
Όπλα, κοκαΐνη και το «μαύρο ταμείο» του Ιράν
Τον εξωθεσμικό «οικονομικό βραχίονα» αυτής της διασύνδεσης αποτελεί το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), το οποίο, σύμφωνα με πρώην ιδρυτικό στέλεχος, λειτουργεί σαν «δράκος με επτά κεφάλια», στήνοντας μια διεθνή μαύρη αγορά για να σπάει τις κυρώσεις και να χρηματοδοτεί παραστρατιωτικές ομάδες. Η Χεζμπολάχ αξιοποιεί εδώ και δεκαετίες τη Λατινική Αμερική –από το τριεθνές σύνορο μέχρι τα καρτέλ– για λαθρεμπόριο, πλαστογραφία εγγράφων και ξέπλυμα, χτίζοντας ένα παράλληλο σύστημα χρηματοδότησης του άξονα Τεχεράνης–Λιβάνου–Δαμασκού.
Παράλληλα, άλλες έρευνες του αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης και της WSJ έχουν αναδείξει τη χρήση μεγάλων πλατφορμών κρυπτονομισμάτων, όπως η Binance, από ιρανικές οντότητες για παρακάμψεις κυρώσεων, με εσωτερικούς ελεγκτές να καταγγέλλουν ότι «χτύπημα» ύποπτων ροών άνω του 1 δισ. δολαρίων οδήγησε σε απολύσεις. Οι υποθέσεις συνθέτουν την εικόνα ενός δικτύου όπου τα όπλα, η κοκαΐνη, τα crypto και οι παρακρατικές δομές συμπλέκονται σε ένα κοινό χρηματοδοτικό οικοσύστημα.
Από τα όπλα της Συρίας στο δυτικό ημισφαίριο
Η υπόθεση Κάσσις επιβεβαιώνει τις προειδοποιήσεις ειδικών ότι τα οπλικά αποθέματα της Συρίας, όπως παλαιότερα των Βαλκανίων και της Λιβύης, κινδυνεύουν να καταλήξουν σε εγκληματικά και τρομοκρατικά δίκτυα πολύ μακριά από τα αρχικά πεδία σύγκρουσης. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, οι ίδιες γραμμές διακίνησης που μετέφεραν όπλα από τη Γιουγκοσλαβία προς τη Λιβύη και τον Σαχέλ, σήμερα προσαρμόζονται στις ανάγκες ενός νέου, «υβριδικού» εμπορίου όπου οι αντάρτες της Λατινικής Αμερικής γίνονται πελάτες ιρανικών και ρωσικών αποθηκών.
Ο Κάσσις, που καυχιόταν ότι «αντικατέστησε» τον διαβόητο Σύρο εμπέμπορο όπλων Μόνζερ αλ Κασάρ, ο οποίος είχε επίσης συλληφθεί σε αμερικανική επιχείρηση για πώληση όπλων σε Κολομβιανούς αντάρτες, καταδικάστηκε για συνωμοσία να υποστηρίξει τρομοκρατική οργάνωση και να διαπράξει «ναρκο-τρομοκρατία» και αντιμετωπίζει ελάχιστη ποινή 20 ετών. Την ίδια ώρα, άλλος πρώην αξιωματούχος του καθεστώτος Άσαντ, ο Σαμίρ Ουσμάν Αλσεΐχ, κρίθηκε ένοχος σε ξεχωριστή δίκη στο Λος Άντζελες για βασανιστήρια κρατουμένων, γεγονός που συριακές οργανώσεις περιγράφουν ως «κομβική στιγμή λογοδοσίας» μετά από χρόνια ατιμωρησίας.