Το Βασιλικό Πολεμικό Ναυτικό του Ηνωμένου Βασιλείου προετοιμάζεται να αναλάβει ηγετικό ρόλο σε πιθανές επιχειρήσεις συμμαχίας για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας The Times. Βρετανοί αξιωματούχοι Άμυνας εξετάζουν σχέδια για την ανάπτυξη ενός πλοίου του Πολεμικού Ναυτικού ή την ενοικίαση εμπορικού σκάφους, το οποίο θα λειτουργεί ως «μητρικό πλοίο» για αυτόνομα, μη επανδρωμένα συστήματα που έχουν σχεδιαστεί για τον εντοπισμό και την εξουδετέρωση ναυτικών ναρκών στη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδό.
Η πρωτοβουλία αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολυεθνική προσπάθεια με τη συμμετοχή συμμάχων, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γαλλίας, με στόχο τη διασφάλιση της ασφαλούς διέλευσης εμπορικών πλοίων μέσω των Στενών, τα οποία αποτελούν μία από τις σημαντικότερες οδούς μεταφοράς παγκοσμίως. Σύμφωνα με αξιωματούχους που επικαλείται η Times, η επιχείρηση ενδέχεται να εξελιχθεί σε πολλαπλές φάσεις, με την αρχική να επικεντρώνεται στον εντοπισμό ναρκών μέσω προηγμένων αυτόνομων συστημάτων που θα εκτοξεύονται από το «μητρικό πλοίο».
Σε δεύτερη φάση, εξετάζεται η ανάπτυξη μη επανδρωμένων σκαφών επιφανείας σε συνδυασμό με τα αντιτορπιλικά τύπου Type 45 του Βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού, ή ακόμη και η αποκλειστική χρήση των αντιτορπιλικών αυτών, προκειμένου να προστατεύονται τα δεξαμενόπλοια που διέρχονται από την περιοχή. «Διαθέτουμε κορυφαίες δυνατότητες παγκοσμίως στον τομέα της αυτόνομης ανίχνευσης ναρκών, καθώς και εξαιρετικές δυνατότητες με τα αντιτορπιλικά Type 45, ενώ η ανάπτυξη της έννοιας του υβριδικού ναυτικού μας προσφέρει ευκαιρίες να αποφύγουμε την έκθεση ανθρώπινου δυναμικού σε κινδύνους και να συμβάλουμε στην ασφάλεια του στενού», δήλωσε χαρακτηριστικά αξιωματούχος.
Παράλληλα, Βρετανοί αξιωματούχοι Άμυνας εκτιμούν ότι έχουν τοποθετηθεί ναυτικές νάρκες στα Στενά του Ορμούζ, αν και εξακολουθεί να υπάρχει «σαφής δίοδος», καθώς πλοία από την Ινδία, το Πακιστάν και την Κίνα συνεχίζουν να διέρχονται από την περιοχή.
Τα Στενά του Ορμούζ έχουν επίσης υποστεί σημαντικούς περιορισμούς στη λειτουργία τους από τις αρχές Μαρτίου. Περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου διέρχονται καθημερινά από το πέρασμα αυτό υπό φυσιολογικές συνθήκες, ενώ η διαταραχή της λειτουργίας του έχει οδηγήσει σε αύξηση του κόστους μεταφορών και σε άνοδο των παγκόσμιων τιμών πετρελαίου.