Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ προετοιμάζονταν για πόλεμο με το Ιράν, ο επικεφαλής της Μοσάντ, της ισραηλινής υπηρεσίας εξωτερικών πληροφοριών, Νταβίντ Μπαρνέα, προσέγγισε τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου με ένα φιλόδοξο σχέδιο που στόχευε όχι μόνο στη στρατιωτική επικράτηση, αλλά και στην εσωτερική αποσταθεροποίηση της Τεχεράνης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, μέσα σε λίγες ημέρες από την έναρξη του πολέμου, η υπηρεσία του θα μπορούσε να κινητοποιήσει την ιρανική αντιπολίτευση, πυροδοτώντας ταραχές και ενέργειες εξέγερσης που ενδεχομένως θα οδηγούσαν ακόμη και στην κατάρρευση της ιρανικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με τους New York Times. Ο Νταβίντ Μπαρνέα παρουσίασε το σχέδιο και σε ανώτερους αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ κατά την επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον στα μέσα Ιανουαρίου.
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου υιοθέτησε την πρόταση. Παρά τις επιφυλάξεις που εξέφρασαν ανώτεροι Αμερικανοί αξιωματούχοι και στελέχη άλλων ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών, τόσο ο ίδιος όσο και ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ φάνηκαν να συμμερίζονται μια αισιόδοξη εκτίμηση. Η εξόντωση της ηγεσίας του Ιράν στην αρχή της σύγκρουσης, σε συνδυασμό με επιχειρήσεις πληροφοριών που θα ενθάρρυναν αλλαγή καθεστώτος, θεωρήθηκε ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε μαζική εξέγερση και σε γρήγορο τερματισμό του πολέμου.
«Πάρτε την κυβέρνηση σας: Θα είναι δική σας να την πάρετε», δήλωσε ο Ντόναλντ Τραμπ προς τους Ιρανούς στο πρώτο του διάγγελμα με την έναρξη του πολέμου, αφού προηγουμένως τους κάλεσε να αναζητήσουν καταφύγιο από τους βομβαρδισμούς.
Ωστόσο, τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη της σύγκρουσης, η πολυαναμενόμενη εξέγερση δεν έχει εκδηλωθεί. Εκτιμήσεις των αμερικανικών και ισραηλινών υπηρεσιών πληροφοριών καταλήγουν ότι η θεοκρατική κυβέρνηση του Ιράν έχει αποδυναμωθεί, αλλά παραμένει στη θέση της, ενώ ο φόβος απέναντι στις στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις έχει περιορίσει σημαντικά τις πιθανότητες εξέγερσης, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και από ένοπλες ομάδες εκτός των συνόρων.
Η πεποίθηση ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν ευρεία εξέγερση αποδείχθηκε θεμελιώδες σφάλμα στον σχεδιασμό ενός πολέμου που πλέον έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Αντί να καταρρεύσει εκ των έσω, η ιρανική κυβέρνηση ενίσχυσε τη στάση της και κλιμάκωσε τη σύγκρουση, ανταλλάσσοντας πλήγματα σε στρατιωτικές βάσεις, πόλεις και ενεργειακές εγκαταστάσεις στον Περσικό Κόλπο.
Η αποτίμηση αυτή βασίζεται σε συνεντεύξεις με περισσότερους από 12 νυν και πρώην Αμερικανούς, Ισραηλινούς και άλλους ξένους αξιωματούχους, οι οποίοι μίλησαν υπό τον όρο της ανωνυμίας λόγω της ευαισθησίας των θεμάτων εθνικής ασφάλειας. Οι εκτιμήσεις τους διίστανται ως προς την πιθανότητα εξέγερσης.

Παρά το γεγονός ότι η αμερικανική πλευρά έχει σταματήσει να μιλά δημόσια για ενδεχόμενη εξέγερση, ορισμένοι αξιωματούχοι εξακολουθούν να διατηρούν ελπίδες. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, αν και πιο συγκρατημένος, επιμένει ότι οι αεροπορικές επιχειρήσεις θα υποστηριχθούν και από δυνάμεις στο έδαφος.
«Δεν μπορείς να κάνεις επαναστάσεις από τον αέρα», δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου, προσθέτοντας ότι απαιτείται και χερσαία διάσταση, χωρίς όμως να αποκαλύψει λεπτομέρειες. Τόνισε επίσης ότι «είναι ακόμη νωρίς για να πούμε αν ο ιρανικός λαός θα εκμεταλλευτεί τις συνθήκες», σημειώνοντας ότι αυτό θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από τους ίδιους.
Παρασκηνιακά, ωστόσο, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός έχει εκφράσει απογοήτευση για το γεγονός ότι οι προβλέψεις της Μοσάντ δεν επιβεβαιώθηκαν. Σε σύσκεψη ασφαλείας λίγες ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου, εξέφρασε την ανησυχία ότι ο Ντόναλντ Τραμπ ενδέχεται να τερματίσει τη σύγκρουση πριν αποδώσουν οι επιχειρήσεις.
Στο διάστημα πριν τον πόλεμο, ο Νετανιάχου επικαλέστηκε την αισιοδοξία της Μοσάντ για πιθανή εξέγερση προκειμένου να πείσει τον Ντόναλντ Τραμπ ότι η ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος ήταν ρεαλιστικός στόχος. Ωστόσο, πολλοί Αμερικανοί αξιωματούχοι και αναλυτές πληροφοριών της ισραηλινής στρατιωτικής υπηρεσίας AMAN αντιμετώπισαν το σενάριο με σκεπτικισμό, εκτιμώντας ότι οι Ιρανοί δεν θα διαδήλωναν υπό καθεστώς βομβαρδισμών.
Αντίστοιχα, ο Νέιτ Σουάνσον, πρώην αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Λευκού Οίκου, δήλωσε ότι δεν είχε δει ποτέ «σοβαρό σχέδιο» για προώθηση εξέγερσης στο Ιράν. Όπως σημείωσε, πολλοί πολίτες αποφεύγουν να βγουν στους δρόμους υπό τον φόβο θανάτου, ενώ ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού επιθυμεί απλώς μια καλύτερη ζωή χωρίς να ρισκάρει τη ζωή του.
Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ αναγνώρισε τις δυσκολίες, δηλώνοντας στις 12 Μαρτίου ότι οι ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας καταστέλλουν βίαια κάθε προσπάθεια διαμαρτυρίας, χαρακτηρίζοντας το γεγονός αυτό ως «μεγάλο εμπόδιο».

Το «κουρδικό χαρτί» και οι αντιδράσεις
Ένα από τα στοιχεία του σχεδίου της Μοσάντ περιλάμβανε την υποστήριξη εισβολής κουρδικών πολιτοφυλακών από το βόρειο Ιράκ. Η υπηρεσία διατηρεί μακροχρόνιες σχέσεις με κουρδικές ομάδες, ενώ τόσο η CIA όσο και η Μοσάντ έχουν παράσχει στο παρελθόν εξοπλισμό και υποστήριξη.
Στις πρώτες ημέρες του πολέμου, ισραηλινά αεροσκάφη έπληξαν στόχους στο βορειοδυτικό Ιράν, εν μέρει για να διευκολύνουν μια τέτοια εξέλιξη. Ο εκπρόσωπος του ισραηλινού στρατού, αντισυνταγματάρχης Ναντάβ Σοσάνι, δήλωσε ότι οι επιχειρήσεις στόχευαν στην αποδυνάμωση των δυνατοτήτων του ιρανικού καθεστώτος και στη δημιουργία συνθηκών επιχειρησιακής ελευθερίας.
Ωστόσο, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι απομακρύνθηκαν από την ιδέα χρήσης των Κούρδων ως δύναμης δι’ αντιπροσώπων, γεγονός που προκάλεσε εντάσεις με το Ισραήλ. Στις 7 Μαρτίου, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι είχε ζητήσει ρητά από τους Κούρδους να μην εμπλακούν, εκφράζοντας ανησυχία για πιθανές απώλειες.

Ο Μπαφέλ Ταλαμπανί, πρόεδρος της Πατριωτικής Ένωσης του Κουρδιστάν, διέψευσε ότι υπήρχαν τέτοια σχέδια, επισημαίνοντας ότι μια κουρδική εισβολή θα μπορούσε να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα, ενισχύοντας την ενότητα των Ιρανών απέναντι σε εξωτερική απειλή.
Παράλληλα, η Τουρκία προειδοποίησε την αμερικανική πλευρά να μην στηρίξει καμία κουρδική ενέργεια, μέσω του υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν προς τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, καθώς αντιτίθεται διαχρονικά σε ένοπλες κουρδικές κινήσεις λόγω των εσωτερικών της ζητημάτων.
Η εξέγερση που δεν ήρθε ποτέ
Αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών είχαν αξιολογήσει πριν τον πόλεμο ότι η πλήρης κατάρρευση της ιρανικής κυβέρνησης ήταν μάλλον απίθανη. Ακόμη και σε περιόδους έντονων διαδηλώσεων, όπως εκείνες του Ιανουαρίου όπου χιλιάδες σκοτώθηκαν, το καθεστώς κατάφερε να επανακτήσει τον έλεγχο.
Οι αναλύσεις κατέληξαν ότι, ακόμη και αν προέκυπτε εσωτερική σύγκρουση, αυτή θα αφορούσε ανταγωνισμό μεταξύ θρησκευτικών φατριών και όχι δημοκρατικό κίνημα. Το πιθανότερο σενάριο ήταν η διατήρηση της εξουσίας από σκληροπυρηνικά στοιχεία.
Ισραηλινοί αναλυτές είχαν στο παρελθόν εξετάσει την πιθανότητα πρόκλησης εξέγερσης, αλλά την είχαν απορρίψει ως μη ρεαλιστική. Ο Σαχάρ Κόιφμαν, πρώην επικεφαλής του ιρανικού τμήματος της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών, δήλωσε ότι τέτοιες ιδέες ήταν καταδικασμένες να αποτύχουν.
Αντίστοιχα, ο πρώην επικεφαλής της Μοσάντ, Γιόσι Κοέν, είχε περιορίσει σημαντικά τους πόρους για τέτοιες επιχειρήσεις, εκτιμώντας ότι δεν υπήρχε τρόπος να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ των απαιτούμενων και των πραγματικών αριθμών διαδηλωτών.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, ο Νταβίντ Μπαρνέα ανέτρεψε αυτή τη στρατηγική, επενδύοντας σε σχέδια ανατροπής του καθεστώτος σε περίπτωση πολέμου. Πίστευε ότι μετά από έντονους βομβαρδισμούς και στοχευμένες δολοφονίες, θα μπορούσαν να πυροδοτηθούν ταραχές.
Παρά τις αρχικές επιθέσεις, η εξέγερση δεν εκδηλώθηκε. Ωστόσο, Ισραηλινοί αξιωματούχοι δηλώνουν ότι δεν έχουν εγκαταλείψει την ελπίδα.
«Χρειαζόμαστε δυνάμεις στο έδαφος, αλλά πρέπει να είναι ιρανικές δυνάμεις», δήλωσε ο πρέσβης του Ισραήλ στις Ηνωμένες Πολιτείες, Γεχιέλ Λάιτερ, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι μια τέτοια εξέλιξη μπορεί ακόμη να συμβεί.