Η Μαρίν Λεπέν βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ στο Ελιζέ, επιχειρώντας μια θεαματική στροφή από την παραδοσιακή, αντισυστημική ακροδεξιά προς τα σαλόνια της γαλλικής οικονομικής και κοινωνικής ελίτ, με τίμημα όμως βαθιές γκρίνιες στο εσωτερικό του Εθνικού Συναγερμού.
Τα τελευταία χρόνια, η Λεπέν έχει χτίσει γύρω της έναν νέο κύκλο νεαρών, τεχνοκρατών συμβούλων με προέλευση από τις εύπορες, καθολικές γειτονιές των Παρισίων, επιχειρώντας να «ξεδαιμονοποιήσει» την ακροδεξιά και να την παρουσιάσει ως αξιόπιστη δύναμη διακυβέρνησης στα μάτια των επιχειρηματιών και των παραδοσιακών συντηρητικών. Ο επενδυτής Φρανσουά Ντιρβιέ, ο ισχυρός οργανωτικός παράγοντας Ρενό Λαμπάι και ο διπλωματικός διευθυντής Αμπρουάζ ντε Ρανκούρ, απόφοιτος της ENA, συμβολίζουν τη μετάβαση από το λαϊκιστικό κόμμα της οργής σε μια πιο «σοβαρή» εκδοχή της γαλλικής ακροδεξιάς, που υπόσχεται σταθερότητα, φοροελαφρύνσεις και λιγότερη γραφειοκρατία.
Την ίδια στιγμή, το κόμμα προηγείται σταθερά στις δημοσκοπήσεις ενόψει της επόμενης προεδρικής αναμέτρησης, παρά το νομικό εμπόδιο που απαγορεύει προσωρινά στην ίδια τη Λεπέν να είναι υποψήφια, αφήνοντας ως πιθανό «πρόσωπο» της καμπάνιας τον 30χρονο Τζορντάν Μπαρντέλα. Οι συνεργάτες της αποδίδουν την εκτόξευση του Εθνικού Συναγερμού στην πολυετή στρατηγική «αποδαιμονοποίησης», όμως η στροφή προς τις παρασκηνιακές επαφές με CEO, τραπεζίτες και μεγάλες οικογένειες της γαλλικής οικονομίας έχει αρχίσει να ενοχλεί την παλιά φρουρά και ένα τμήμα της εκλογικής βάσης που πάντα έβλεπε με καχυποψία τον κόσμο των χρηματαγορών.
Η «νέα» Λεπέν και η παλιά ακροδεξιά
Στο επίκεντρο της μετεξέλιξης βρίσκεται η προσπάθεια της Λεπέν να στείλει μήνυμα ότι η γαλλική ακροδεξιά μπορεί να κυβερνήσει, χωρίς οικονομικά πειράματα και χωρίς ρήξεις που θα τρόμαζαν τις αγορές. Σε κλειστά δείπνα και δημόσιες εκδηλώσεις με επιχειρηματίες, η ηγεσία του Εθνικού Συναγερμού υπόσχεται μειώσεις φόρων, απλούστευση ρυθμίσεων και ένα «εθνικό ταμείο πλούτου» που θα χρηματοδοτείται από ένα μικρό ποσοστό των αποταμιεύσεων των Γάλλων για τη στήριξη των εγχώριων εταιριών, ενώ παράλληλα εγκαταλείπει διακριτικά παλαιότερες ιδέες για βαριές επιβαρύνσεις στους υψηλά εισοδηματίες.
Ωστόσο, στις αίθουσες των διοικητικών συμβουλίων κυριαρχεί ακόμα σκεπτικισμός: δεκάδες CEO που έχουν συναντήσει τη Λεπέν και τον Μπαρντέλα περιγράφουν συνομιλίες όπου η ρητορική εντυπωσιάζει, αλλά η εξειδικευμένη γνώση συχνά λείπει, με ένα πρόγραμμα που μοιάζει αντιφατικό – από τη μία υπέρ των μικρομεσαίων και κατά της αύξησης της ηλικίας συνταξιοδότησης, από την άλλη υπέρ φόρων στις πολυεθνικές και τα holdings που τρομάζουν τον χρηματοπιστωτικό κλάδο. Ο επικεφαλής της Safran, Ρος ΜακΊνες, μιλά για «δύο γραμμές» μέσα στο κόμμα και μια οικονομική πολιτική που παραμένει θολή, καθώς συγκρούονται ο προστατευτισμός της παραδοσιακής ακροδεξιάς με την πιο φιλο-επιχειρηματική προσέγγιση των νέων συμβούλων.
Όταν η Λεπέν χάνει την «φτωχή» ακροδεξιά
Ενώ η Λεπέν απλώνει χέρι φιλίας στην αστική τάξη, ένα κομμάτι της λαϊκής βάσης αισθάνεται ότι το κόμμα απομακρύνεται από τις ρίζες του. Η 40χρονη φροντίστρια Σιλβί, που είχε ψηφίσει Λεπέν το 2022, δηλώνει πλέον αναποφάσιστη, επικρίνοντας την εγκατάλειψη της ατζέντας εξόδου από την ΕΕ και την ήπια στάση στη φορολογία των πλουσίων, διερωτώμενη ποιο είναι το νόημα να στηρίζει ένα κόμμα που «μοιάζει όλο και περισσότερο με τα άλλα». Στις βουλευτικές εκλογές-αστραπή του 2024, ο Εθνικός Συναγερμός σάρωσε με 57% στους εργαζόμενους χειρωνακτικής εργασίας, αλλά παρέμεινε μειοψηφία με μόλις 22% στις υψηλά μορφωμένες και εύπορες κατηγορίες – στοιχείο που αναδεικνύει το ρίσκο: μπορεί να χάσει τους πρώτους χωρίς να κερδίσει τους δεύτερους, σύμφωνα με το Bloomberg.
Σύμφωνα με αναλυτές της γαλλικής πολιτικής σκηνής, η Λεπέν καλείται να περπατήσει σε τεντωμένο σκοινί: όσο περισσότερο περιβάλλεται από στελέχη με «καλά διπλώματα» και αστικές συνήθειες, τόσο περισσότερο αλλάζει και ο τρόπος που μιλά για την πολιτική, με κίνδυνο να χαθεί ο αντισυστημικός τόνος που ανέδειξε την ακροδεξιά σε πρώτη δύναμη. Ένας από τους ειδικούς στον χώρο της άκρας δεξιάς, ο Ζαν-Ιβ Καμί, προειδοποιεί ότι, παρότι η δυναμική προς την εξουσία είναι ορατή, μπορεί κανείς να φτάσει «μια ανάσα πριν από το γκολ και να μην σκοράρει», αν στο μεταξύ έχει σπάσει τον δεσμό εμπιστοσύνης με την παραδοσιακή του βάση.