Η Κίνα ανακοίνωσε ότι ο αμυντικός της προϋπολογισμός, ο οποίος είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος παγκοσμίως αλλά παραμένει σημαντικά χαμηλότερος από εκείνον των ΗΠΑ, θα αυξηθεί το 2026 κατά 7%. Το ποσοστό είναι λίγο μικρότερο σε σύγκριση με την περσινή αύξηση που είχε φτάσει το 7,2%, ωστόσο κινείται στο ίδιο πλαίσιο με τις αυξήσεις των τελευταίων ετών.
Ο ρυθμός αύξησης περιέχεται σε αναφορά για τα δημοσιονομικά του υπουργείου Οικονομικών, στο πλαίσιο της ετήσιας συνεδρίασης του κοινοβουλίου.
Το Πεκίνο προβλέπει δαπάνες 1,9 τρισεκατομμυρίων γιούαν (276,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων) για την άμυνα, ποσού που είναι υποτριπλάσιο από αυτό του αμυντικού προϋπολογισμού των ΗΠΑ.
Ωστόσο δυτικοί ειδικοί θεωρούν το μέγεθος αυτό πολύ υποτιμημένο σε σχέση με τις πραγματικές στρατιωτικές δαπάνες της Κίνας.
Σύμφωνα με αναλυτές που μίλησαν στο Γαλλικό Πρακτορείο, καλύπτει τις αυξήσεις των μισθών των στρατιωτικών, τις δαπάνες για εκπαίδευση, για τα γυμνάσια γύρω από την Ταϊβάν –νήσο που το Πεκίνο θεωρεί επαρχία της Κίνας–, τις δυνατότητες κυβερνοπολέμου και την απόκτηση πιο προηγμένων εξοπλισμών.
Η ετήσια άνοδος του αμυντικού προϋπολογισμού κυμαίνεται στο φάσμα από το 7 ως το 8% από το 2016.
Ο προϋπολογισμός του 2026 παρουσιάζει έτσι συνέχεια και συνέπεια, παρά τις εκκαθαρίσεις στις τάξεις των ενόπλων δυνάμεων εξαιτίας υποθέσεων διαφθοράς, όπως αυτή που είχε αποτέλεσμα τον παραγκωνισμό στα τέλη Ιανουαρίου του Τζανγκ Γιουσιά, από τους σημαντικότερους κινέζους στρατηγούς.
Οι ΗΠΑ συνεχίζουν να καταγράφουν τις υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες στον πλανήτη, που ανήλθαν σε 997 δισεκ. δολάρια το 2024, μπροστά από την Κίνα (314), σύμφωνα με το SIPRI, το Διεθνές Ινστιτούτο Έρευνας για την Ειρήνη, με έδρα τη Στοκχόλμη.
Ακολούθησαν η Ρωσία (149), η Γερμανία (88,5), η Ινδία (86,1), η Βρετανία (81,8), η Σαουδική Αραβία (80,3), η Ουκρανία (64,7) και η Γαλλία (64,7).