Αν υπάρχει ένας θεσμός που αποτυπώνει με καθαρό τρόπο τη μετάβαση της Τουρκίας σε ένα πιο συγκεντρωτικό και εξωστρεφές μοντέλο ισχύος, αυτός είναι η ΜΙΤ. Η δημοσιοποίηση του «2025 Yılı Faaliyet Raporu» δεν αποτελεί έναν τυπικό ετήσιο απολογισμό μιας υπηρεσίας πληροφοριών. Αποτελεί πολιτικό και στρατηγικό σήμα για το πώς η Άγκυρα θέλει να παρουσιάσει τον εαυτό της, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Ο τρόπος με τον οποίο το τουρκικό κρατικό πρακτορείο Anadolu ανέδειξε το report είναι ενδεικτικός. Η έμφαση δεν δίνεται μόνο σε επιχειρήσεις και επιχειρησιακά αποτελέσματα, αλλά και στις διεθνείς εξελίξεις, στον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων, στις περιφερειακές κρίσεις και στη «istihbarat diplomasisi» («διπλωματία πληροφοριών»). Με αυτή τη γλώσσα, η ΜΙΤ παρουσιάζεται ως κάτι ευρύτερο από μια κλασική υπηρεσία πληροφοριών. Παρουσιάζεται ως μηχανισμός που συνδέει ασφάλεια, διπλωματία, τεχνολογία και στρατηγικό σχεδιασμό.

Αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα του report. Η Τουρκία επιχειρεί να νομιμοποιήσει δημόσια έναν διευρυμένο ρόλο της ΜΙΤ, όχι ως «σιωπηλού» κρατικού εργαλείου συλλογής πληροφοριών, αλλά ως ενεργού βραχίονα που συμμετέχει στη διαμόρφωση εξελίξεων. Η αναφορά σε υβριδικές απειλές, γεωοικονομικές ανακατατάξεις, τεχνολογικούς κινδύνους και πολυεπίπεδες κρίσεις συγκροτεί ένα πλαίσιο μόνιμου ανταγωνισμού, μέσα στο οποίο η διεύρυνση των αρμοδιοτήτων και της παρουσίας της υπηρεσίας εμφανίζεται ως αναγκαία.

Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται σε ένα δόγμα κρατικής δράσης χωρίς στεγανά. Στην τουρκική προσέγγιση, πληροφορία, αντικατασκοπεία, κυβερνοασφάλεια, εξωτερική πολιτική και περιφερειακή επιρροή αντιμετωπίζονται ως συγκοινωνούντα πεδία. Η ΜΙΤ εμφανίζεται να λειτουργεί ταυτόχρονα ως εργαλείο πρόληψης απειλών, ως επιχειρησιακός μηχανισμός, ως τεχνολογικός επιταχυντής και ως δίαυλος διεθνών διασυνδέσεων.

Εξίσου αποκαλυπτικό είναι το οικονομικό σκέλος. Τουρκικά δημοσιεύματα που βασίζονται στο ίδιο report καταγράφουν ότι η ΜΙΤ ξεκίνησε το 2025 με προϋπολογισμό περίπου 28,9 δισ. τουρκικών λιρών, ο οποίος αυξήθηκε εντός του έτους σε περίπου 36,4 δισ., με τελική δαπάνη περίπου 36,3 δισ. λίρες και πολύ υψηλή απορρόφηση. Αυτό δεν συνιστά απλώς λογιστική μεταβολή. Αποκαλύπτει σαφή πολιτική προτεραιοποίηση του συμπλέγματος πληροφοριών και ασφάλειας σε μια περίοδο αυξημένων περιφερειακών και εσωτερικών απαιτήσεων.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η ΜΙΤ ενισχύεται. Αυτό προκύπτει ήδη από τα στοιχεία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι προς ποια κατεύθυνση ενισχύεται. Και η εικόνα που διαμορφώνεται δείχνει μια υπηρεσία που εξελίσσεται σε μηχανισμό κρατικής αρχιτεκτονικής ισχύος, όχι απλώς σε εργαλείο κρατικής άμυνας.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για τη δράση της ΜΙΤ στο εξωτερικό. Η δημόσια συζήτηση συχνά χρησιμοποιεί τον όρο «κυνήγι εξορίστων», επειδή αποδίδει τη θεαματική διάσταση του θέματος. Σε αναλυτικούς όρους, ωστόσο, πιο ακριβής είναι ο όρος «διασυνοριακή καταστολή» ή, στη διεθνή βιβλιογραφία, «transnational repression» («διακρατική καταστολή αντιφρονούντων πέραν συνόρων»). Ο όρος αυτός περιγράφει ένα ευρύτερο φάσμα πρακτικών, από επιτήρηση και εκφοβισμό μέχρι πιέσεις μέσω τρίτων χωρών, εξαναγκαστικές μεταγωγές και επιχειρήσεις παράδοσης υπό αμφισβητούμενες νομικές συνθήκες.

Η διάκριση αυτή έχει σημασία, γιατί επιτρέπει ψυχραιμότερη ανάγνωση του φαινομένου. Δεν σημαίνει ότι κάθε εξωτερική επιχείρηση της ΜΙΤ αφορά πολιτικούς αντιπάλους ή αντιφρονούντες. Σημαίνει όμως ότι η επίσημη ρητορική περί εξωστρεφούς ασφάλειας και διεθνούς επιχειρησιακής παρουσίας πρέπει να αξιολογείται παράλληλα με τη διεθνή τεκμηρίωση για πρακτικές διασυνοριακής καταστολής που αποδίδονται στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια. Σχετικές καταγραφές από οργανώσεις όπως η Freedom House και η Human Rights Watch έχουν αναδείξει μοτίβα εξαναγκαστικών επιστροφών και μεταγωγών από τρίτες χώρες, ιδίως σε υποθέσεις που συνδέθηκαν με το δίκτυο Γκιουλέν, αλλά και σε ευρύτερο πλαίσιο πολιτικής στοχοποίησης.

Το γεωπολιτικό συμπέρασμα είναι σαφές. Η Τουρκία του Ερντογάν επενδύει σε ένα μοντέλο ισχύος όπου στρατιωτικά μέσα, διπλωματία, πληροφορίες, κυβερνοδυνατότητες και πολιτική επιρροή λειτουργούν ως ενιαίο σύστημα. Η ΜΙΤ βρίσκεται στον πυρήνα αυτού του συστήματος, όχι στην περιφέρεια του.

Για την Ελλάδα, την Κύπρο και συνολικά την Ανατολική Μεσόγειο, αυτό σημαίνει ότι η ανάγνωση της τουρκικής στρατηγικής δεν μπορεί να περιορίζεται στις κινήσεις του στόλου, στις δηλώσεις του ΥΠΕΞ ή στις εξελίξεις σε Συρία και Λιβύη. Απαιτείται σταθερή παρακολούθηση του τρόπου με τον οποίο η Άγκυρα χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες πληροφοριών ως μοχλό αποτροπής, επιρροής, διαμεσολάβησης και πίεσης.

Η ουσία βρίσκεται εκεί. Η μεγάλη είδηση δεν είναι μόνο ότι η ΜΙΤ δημοσίευσε έναν ετήσιο απολογισμό. Η μεγάλη είδηση είναι ότι η Τουρκία επιλέγει να προβάλλει δημόσια τη ΜΙΤ ως πυλώνα του εθνικού της σχεδίου ισχύος, με όλο το πολιτικό και γεωπολιτικό βάρος που συνεπάγεται αυτή η επιλογή.