Η Κίνα δεν πρόκειται να σώσει τον Ντόναλντ Τραμπ από το αδιέξοδο που ο ίδιος δημιούργησε στον Περσικό Κόλπο, και αυτό το γνωρίζουν άριστα τόσο στο Πεκίνο όσο και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, που ζήτησε ανοιχτά από την Κίνα να στείλει ναυτικές δυνάμεις στα Στενά του Ορμούζ, επιχειρεί ένα γεωπολιτικό άλμα στο κενό: καλεί τον βασικό στρατηγικό του αντίπαλο να τον βοηθήσει να βγει από μια σύγκρουση με το Ιράν που απειλεί να καταπιεί την προεδρία του. Σε μια εποχή οξυμένου ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, η υπερδύναμη προσκαλεί τον διεκδικητή της ηγεμονίας να αναλάβει ρόλο «πυροσβέστη» στη πιο εύφλεκτη περιοχή του πλανήτη – την ώρα που όλοι στο Πεκίνο αναρωτιούνται γιατί να διακόψεις έναν αντίπαλο όταν κάνει λάθος.
Η Κίνα γνωρίζει ότι σχεδόν οι μισές εισαγωγές πετρελαίου της διέρχονται από τον θαλάσσιο αυτό λαιμό μπουκαλιού, σε αντίθεση με τις ελάχιστες ποσότητες που αφορούν πλέον τις ΗΠΑ, γεγονός που της δίνει αντικειμενικά μεγαλύτερο μακροπρόθεσμο συμφέρον για σταθερότητα στη Μέση Ανατολή. Είναι ακριβώς αυτός ο λόγος που η Ουάσινγκτον είχε χαιρετίσει όταν το Πεκίνο μεσολάβησε στην προσέγγιση Σαουδικής Αραβίας – Ιράν το 2023, τροφοδοτώντας τότε την ελπίδα ότι τελείωσε η «τζάμπα» εποχή όπου η Κίνα απολάμβανε την αμερικανική ναυτική ασφάλεια χωρίς να αναλαμβάνει ρίσκα. Ωστόσο, στη σημερινή, γεμάτη drones και πυραύλους Μέση Ανατολή, το Πεκίνο προτιμά τον ρόλο του παρατηρητή, καθώς η αποσταθεροποίηση του αμερικανικού κύρους προσφέρει στρατηγικά κέρδη που δύσκολα θα θυσίαζε για χάρη του Τραμπ.
Η Κίνα ανάμεσα στο Ορμούζ και τον Λευκό Οίκο
Παρά τον πειρασμό να αφήσει την Ουάσινγκτον να βυθιστεί περισσότερο στη σύγκρουση με το Ιράν, η Κίνα δεν επιθυμεί ανεξέλεγκτο χάος στον Κόλπο, φοβούμενη τις επιπτώσεις μιας παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης στην ήδη πιεσμένη οικονομία της. Από την επανεκλογή του Τραμπ το 2024, το κινεζικό ηγετικό κέντρο βρίσκεται σε ένα δύσκολο ζύγι: αφενός επιδιώκει την «σταθεροποίηση» των σινοαμερικανικών σχέσεων μέσω μιας συνόδου κορυφής, αφετέρου βλέπει έναν Αμερικανό πρόεδρο που εγκαινίασε έναν οικονομικό πόλεμο με δασμούς έως 145%, οδήγησε σε εμπάργκο σπανίων γαιών και στη συνέχεια υπέγραψε μια εύθραυστη ανακωχή. Η πρόσκληση του Σι Τζινπίνγκ στον Τραμπ για επίσκεψη στο Πεκίνο έμοιαζε με ευκαιρία επαναφοράς σε «ελεγχόμενη αντιπαλότητα» – μέχρι τη στιγμή που το αμερικανικό πλήγμα εναντίον του Ιράν, στις 28 Φεβρουαρίου, μετέτρεψε τη σύνοδο σε όμηρο της κρίσης στον Κόλπο.
Ο Τραμπ, φοβούμενος την εικόνα ενός Αμερικανού προέδρου που εμφανίζεται στην Απαγορευμένη Πόλη με «επαιτεία ασφαλείας» εν μέσω πολέμου, άρχισε να υπαινίσσεται σε συνέντευξή του ότι η συνάντηση θα πρέπει να καθυστερήσει. Τελικά, η σύνοδος που ήταν προγραμματισμένη για 31 Μαρτίου – 2 Απριλίου αναβλήθηκε επισήμως, με τον Λευκό Οίκο να επικαλείται την ανάγκη κινεζικής συμβολής στον Κόλπο ως προϋπόθεση για να ταξιδέψει ο Τραμπ στο Πεκίνο, παρότι ο ίδιος γνωρίζει ότι οι πιθανότητες η Κίνα να στείλει δυνάμεις στο πλέον επικίνδυνο ναυτικό σημείο του πλανήτη είναι ελάχιστες. Έτσι, ο πρόεδρος των ΗΠΑ εγκλωβίζεται σε ένα αφήγημα που ο ίδιος δημιούργησε, ενώ στο Πεκίνο εδραιώνεται η αίσθηση ότι η Ουάσινγκτον είναι πρόθυμη να «αδειάσει» παραδοσιακούς συμμάχους, αρκεί να βρει μια διέξοδο από το Ιράν.
Η Κίνα, το ΝΑΤΟ και ο «μακρύς πόλεμος»
Την ώρα που η Κίνα επιλέγει να μην «λερώσει τα χέρια της» στα Στενά του Ορμούζ, ο Τραμπ στρέφει το βλέμμα προς το ΝΑΤΟ, ελπίζοντας ότι τουλάχιστον οι Ευρωπαίοι –και κυρίως η Βρετανία– θα συναινέσουν σε αποστολή δυνάμεων, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν καν ερωτηθεί πριν από τη μονομερή απόφαση για επίθεση στο Ιράν. Η Συμμαχία, που ιδρύθηκε ως μηχανισμός συλλογικής άμυνας, βρίσκεται τώρα μπροστά στο δίλημμα να εμπλακεί σε έναν πόλεμο τον οποίο πολλοί στην Ευρώπη θεωρούν «αχρείαστο» και εκτός του πυρήνα της αποστολής της, ιδιαίτερα όταν ο Αμερικανός πρόεδρος έχει προσβάλλει, εκβιάσει και απαξιώσει δημοσίως τους εταίρους του. Την ίδια στιγμή, η Ουάσινγκτον παγώνει τις κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο και περιορίζει τα αποθέματα Patriot για την Ουκρανία, κάτι που σύμφωνα με αναλυτές αποτελεί άμεσο πλήγμα στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και δείχνει πώς ο Τραμπ χρησιμοποιεί τα ενεργειακά και στρατιωτικά εργαλεία ως μοχλούς πίεσης προς τους συμμάχους του.
Ενώ ο Τραμπ αναζητά «σωσίβιο» είτε στο Πεκίνο είτε στις Βρυξέλλες, η Κίνα μοιάζει να έχει τον χρόνο με το μέρος της, παρακολουθώντας έναν αντίπαλο που σπαταλά διπλωματικό κεφάλαιο, πυραυλικά αποθέματα και πολιτική αξιοπιστία σε μια σύγκρουση που πολλοί συγκρίνουν με το Ιράκ του 2003. Η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ αποδείχθηκε γεωπολιτικό δώρο για την Κίνα, και δεν λείπουν οι φωνές που υποστηρίζουν ότι ενδεχόμενη χερσαία εμπλοκή των ΗΠΑ στο Ιράν θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ακόμη μεγαλύτερη ευκαιρία. Όμως, σε αντίθεση με τότε, σήμερα το Πεκίνο κρατά στα χέρια του κρίσιμες αλυσίδες αξίας –από τις σπάνιες γαίες έως τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας–, γεγονός που του επιτρέπει να «αντέχει» υψηλές τιμές πετρελαίου περισσότερο από τη Δύση, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει το αφήγημα της ενεργειακής μετάβασης προς τεχνολογίες που κυριαρχεί, σύμφωνα με τους Financial Times.
Καθώς ο πρόεδρος των ΗΠΑ προσαρμόζει, όπως λέγεται, τη «νοοτροπία του για έναν μακρύ πόλεμο», η Κίνα δείχνει διατεθειμένη να περιμένει, να διαπραγματευτεί με το Ιράν για ασφαλή θαλάσσια διέλευση, να εμβαθύνει τους δεσμούς της με κράτη του Κόλπου και να παρακολουθεί τη Δύση να διαφωνεί για το ποιος θα πληρώσει το κόστος μιας σύγκρουσης που πολλοί θεωρούν «πόλεμο επιλογής» του Τραμπ.