Οι περιοχές Κιστουάρ και Ντόντα χαρακτηρίζονται από πυκνά δάση και απόκρημνες κοιλάδες· ένα τοπίο απαράμιλλης ομορφιάς. Ωστόσο, ο λόγος που συγκεντρώνουν σήμερα το διεθνές ενδιαφέρον δεν είναι η αισθητική τους, αλλά οι τεράστιες προοπτικές υδροηλεκτρικής εκμετάλλευσης που παρουσιάζουν. Η Ινδία βρίσκεται στο στάδιο του σχεδιασμού επτά υδροηλεκτρικών έργων στην περιοχή, εκ των οποίων τα τέσσερα βρίσκονται ήδη υπό κατασκευή. Πρόκειται για έργα μεγάλης κλίμακας, με στόχο την παραγωγή 5.190 μεγαβάτ ηλεκτρικής ενέργειας.
Αυτή η υδροηλεκτρική επέκταση σηματοδοτεί, σύμφωνα με τη Σαφίνα Νάμπι, μια ανεξάρτητη δημοσιογράφο από τη Νότια Ασία με έδρα το Κασμίρ, τη μετατροπή της «πολιτικής των υδάτων» σε ένα σκληρό δόγμα ασφαλείας.
Οι υποδομές πλέον λειτουργούν διττά και ως μέσο αποτροπής, μετατρέποντας τους κοινούς ποταμούς σε γεωπολιτικά εργαλεία.
Από τον διαμοιρασμό στην «πλήρη αξιοποίηση»
Αυτό που εξελίσσεται κατά μήκος του ποταμού Τσενάμπ δεν είναι απλώς μια ενεργειακή επέκταση, αλλά μια ριζική αλλαγή στον τρόπο διαχείρισης των υδάτων, υπογραμμίζει η Νάμπι. Καθώς οι σχέσεις Ινδίας-Πακιστάν επιδεινώνονται, το νερό —που άλλοτε αντιμετωπιζόταν ως κοινός πόρος στο πλαίσιο της Συνθήκης για τα Ύδατα του Ινδού— πλέον προσεγγίζεται από το Νέο Δελχί ως ένα περιουσιακό στοιχείο προς «πλήρη αξιοποίηση».
Παρότι η Ινδία τυπικά φέρεται να συμμορφώνεται με τη συνθήκη, η ανάπτυξη υδροηλεκτρικών μονάδων στο Τζαμού και Κασμίρ εξυπηρετεί έναν διπλό σκοπό: την προώθηση των εγχώριων ενεργειακών στόχων και την αποστολή ενός μηνύματος αποφασιστικότητας προς το Πακιστάν.
Στο Κασμίρ, οι αλλαγές αυτές έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Ως μια περιοχή με έντονη στρατιωτική παρουσία που βρίσκεται υπό πολιτική αμφισβήτηση, τα μεγάλα έργα υλοποιούνται συχνά με συνοπτικές διαδικασίες, παρακάμπτοντας τις απαιτήσεις για συναίνεση των τοπικών κοινωνιών, και τη διαφάνεια.
Έτσι, η διακυβέρνηση των ποταμών μετατρέπεται, σύμφωνα με τη δημοσιογράφο σε μια προέκταση της διαχείρισης ασφαλείας, αντί για μια συμμετοχική αναπτυξιακή διαδικασία.
Ο ποταμός Τσενάμπ και η κλιματική πρόκληση
Ο ποταμός Τσενάμπ, που πηγάζει από το πέρασμα Μπαραλάτσα στο Χιματσάλ Πραντές, διανύει, σύμφωνα με τη δημοσιογράφο, περισσότερα από 300 μίλια μέσω των περιοχών Κιστουάρ, Ντόντα, Ραμπάν, Ρεάσι και Ακνούρ, προτού εισέλθει στο έδαφος του Πακιστάν.

«Με την έλευση της κλιματικής αλλαγής, είναι πιο αναγκαίο από ποτέ για τις χώρες που μοιράζονται μια λεκάνη απορροής, όπως αυτή του Τσενάμπ, να συνεργάζονται, να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να σέβονται τις διασυνοριακές συμφωνίες», επισημαίνει ο Josh Klemm, εκτελεστικός διευθυντής του International Rivers.
«Τα έργα εκτροπής ποταμών (run-of-river), παρά το υποτιθέμενο περιορισμένο περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα, αποδεικνύονται ιδιαίτερα επιζήμια για την οικολογία των ποταμών στην περιοχή».

Η Συνθήκη του Ινδού
Η Ινδία και Πακιστάν μοιράζονται τα ύδατα του συστήματος του Ινδού βάσει μιας συμφωνίας δεκαετιών, η οποία συχνά μνημονεύεται ως ένα σπάνιο παράδειγμα συνεργασίας μεταξύ των δύο αντιπάλων. Ωστόσο, η συνθήκη δέχεται αυξανόμενες πιέσεις τα τελευταία χρόνια.
Το 2025, η Ινδία απείλησε να διακόψει τη ροή των υδάτων προς το Πακιστάν, κηρύσσοντας τη Συνθήκη για τα Ύδατα του Ινδού σε αναστολή μετά από μια πολύνεκρη επίθεση ενόπλων στο Κασμίρ. Το Πακιστάν απάντησε προειδοποιώντας ότι οποιαδήποτε εκτροπή υδάτων θα εκληφθεί ως πολεμική ενέργεια. Το περιστατικό αυτό υπογράμμισε το πόσο γρήγορα οι διαφορές για το νερό μπορούν να κλιμακωθούν σε κρίσεις εθνικής ασφαλείας.

Αυτό καθιστά τον ανταγωνισμό για το νερό όχι μόνο ένα διπλωματικό ζήτημα, αλλά και πρόβλημα εσωτερικής διακυβέρνησης, ιδιαίτερα στο Κασμίρ, τονίζει η Νάμπι.
«Ακόμη και όταν η Ινδία υποστηρίζει ότι τα έργα της είναι συμβατά με τη συνθήκη, το Πακιστάν συχνά αντιλαμβάνεται τα φράγματα και τις υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις ως μέσα ελέγχου του χρόνου και της ροής του νερού, τα οποία θα μπορούσαν να εργαλειοποιηθούν σε περιόδους κρίσης», δηλώνει ο Ashok Swain, καθηγητής έρευνας ειρήνης και συγκρούσεων στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα.
Το ανθρώπινο κόστος
Για τις οικογένειες που εκτοπίστηκαν λόγω της υδροηλεκτρικής επέκτασης, οι συνέπειες της κλιματικής κρίσης και των πολιτικών συγκρούσεων είναι ήδη εμφανείς. Τις βιώνουν μέσα από τις ρωγμές στους τοίχους και τις ασθένειες, σε σπίτια που ποτέ δεν μπόρεσαν να αναπληρώσουν τη γη που έχασαν.

Οι κάτοικοι καταγγέλλουν πως όλες οι δεσμεύσεις του κράτους για ανάπτυξη, θέσεις εργασίας, καλύτερο οδικό δίκτυο και σύγχρονες υποδομές «έκαναν φτερά» μόλις ολοκληρώθηκε η απαλλοτρίωση της γης τους. Στην περιοχή δεν υπάρχει ούτε νοσοκομείο, ούτε σχολείο, ούτε καν φαρμακείο.
«Ο σύζυγός μου εργάζεται ως μεροκαματιάρης στο εργοτάξιο του φράγματος και βγάζει περίπου 340 δολάρια τον μήνα», λέει μια κάτοικος της περιοχής.
«Με το ζόρι τα βγάζουμε πέρα. Χάνουμε σιγά-σιγά τη μάχη για την επιβίωση.»
«Μέσα στη δίνη της κλιματικής κρίσης και της πολιτικής καχυποψίας, η εργαλειοποίηση των ποταμών μπορεί να έχει ένα βαρύ τίμημα και το κόστος αυτό το επωμίζονται εκείνοι που έχουν τη λιγότερη δύναμη να επηρεάσουν τις αποφάσεις που λαμβάνονται στα κέντρα εξουσίας», καταλήγει η Νάμπι