Οι ανώτατοι αξιωματούχοι της Ουκρανίας και της Ρωσίας αναμένεται να συναντηθούν στο Άμπου Ντάμπι για έναν δεύτερο γύρο συνομιλιών, οι οποίες διεξάγονται με τη διαμεσολάβηση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ. Οι συνομιλίες θα διαρκέσουν δύο ημέρες και σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, θα ακολουθήσουν το ίδιο μοντέλο με εκείνο του προηγούμενου γύρου του περασμένου μήνα, με τη συμμετοχή διαπραγματευτών από την Ουάσινγκτον, το Κίεβο και τη Μόσχα.

Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει υιοθετήσει έναν αισιόδοξο τόνο τις τελευταίες εβδομάδες, υποστηρίζοντας ότι το τέλος του πολέμου, ο οποίος διαρκεί ήδη τέσσερα χρόνια, βρίσκεται κοντά. Παρ’ όλα αυτά, τόσο η Μόσχα όσο και το Κίεβο φροντίζουν να μετριάσουν τις προσδοκίες, υποβαθμίζοντας τις πιθανότητες για άμεση και ουσιαστική πρόοδο, όπως αναφέρει σε ανάλυσή του ο Guardian. Ενδεικτικό του τεταμένου κλίματος είναι το γεγονός ότι η Ρωσία επανέλαβε τους βομβαρδισμούς στο Κίεβο, μόλις πέντε ημέρες αφότου ο Ντόναλντ Τραμπ είχε δηλώσει ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχε συμφωνήσει σε παύση των επιθέσεων διάρκειας μίας εβδομάδας, λόγω των ακραίων καιρικών συνθηκών και του ψύχους στην Ουκρανία.

Πόσο κοντά βρίσκονται οι δύο πλευρές σε μια ειρηνευτική συμφωνία

Η προοπτική μιας βιώσιμης ειρήνης παραμένει εξαιρετικά περίπλοκη, καθώς η Μόσχα συνεχίζει να προβάλλει μαξιμαλιστικές εδαφικές απαιτήσεις. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι οι διαπραγματεύσεις σκοντάφτουν ουσιαστικά σε ένα και μόνο, εξαιρετικά αμφιλεγόμενο ζήτημα: τη γη. Το Κρεμλίνο έχει επανειλημμένα καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε ειρηνευτική συμφωνία προϋποθέτει την παραχώρηση από την Ουκρανία ολόκληρης της ανατολικής περιοχής του Ντονμπάς, συμπεριλαμβανομένων εδαφών που εξακολουθούν να βρίσκονται υπό ουκρανικό έλεγχο.

Το Κίεβο έχει απορρίψει κατηγορηματικά αυτούς τους όρους, αν και ο Ουκρανός πρόεδρος, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο εναλλακτικών ρυθμίσεων, όπως η αποχώρηση ουκρανικών στρατευμάτων από τμήματα της ανατολικής χώρας και η δημιουργία αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης. Παράλληλα, Αμερικανοί αξιωματούχοι ασκούν πιέσεις στην Ουκρανία να εγκαταλείψει το Ντονμπάς, διαμηνύοντας ότι εγγυήσεις ασφαλείας θα μπορούσαν να δοθούν, μόνο εφόσον προηγηθεί η αποδοχή εδαφικών παραχωρήσεων.

Ακόμη όμως και αν επιτευχθεί κάποιος συμβιβασμός στο εδαφικό ζήτημα, παραμένουν σοβαρά εμπόδια. Η Μόσχα έχει καταστήσει σαφές ότι δεν θα δεχτεί την παρουσία ευρωπαϊκών στρατευμάτων στο ουκρανικό έδαφος, την ώρα που το Κίεβο θεωρεί μια τέτοια παρουσία απαραίτητη για την παροχή εγγυήσεων ασφαλείας. Επιπλέον, το Κρεμλίνο απαιτεί αυστηρούς περιορισμούς στο μέγεθος των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, όρο τον οποίο ο Ζελένσκι έχει επανειλημμένα απορρίψει.

Παρά το μεγάλο χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών, τόσο η Ουκρανία όσο και η Ρωσία φαίνεται να επιδίδονται σε έναν προσεκτικό διπλωματικό «χορό» απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ, επιχειρώντας να εμφανιστούν διατεθειμένες για ειρήνη ώστε να μη δυσαρεστήσουν τον Αμερικανό πρόεδρο, μεταθέτοντας ταυτόχρονα την ευθύνη του αδιεξόδου στην αντίπαλη πλευρά.

Ποιοι συμμετέχουν στις συνομιλίες

Τόσο η Ουκρανία όσο και η Ρωσία αποστέλλουν αντιπροσωπείες υψηλού επιπέδου. Από ουκρανικής πλευράς συμμετέχουν ο Κίριλο Μπουντάνοφ, πρώην επικεφαλής της στρατιωτικής αντικατασκοπείας και νυν επικεφαλής της προεδρικής διοίκησης, ο Νταβίντ Αραχαμία, βασικός και έμπιστος διαπραγματευτής, καθώς και ο Αντρίι Χνάτοφ, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου. Τη ρωσική αντιπροσωπεία ηγείται ο Ιγκόρ Κοστιούκοφ, επικεφαλής της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών GRU, μαζί με άλλους αξιωματούχους των μυστικών υπηρεσιών και τον ειδικό απεσταλμένο του Κρεμλίνου, Κιρίλ Ντμίτριεφ.

Η εικόνα του Μπουντάνοφ και του Κοστιούκοφ να κάθονται αντικριστά θεωρείται ιδιαίτερα συμβολική, καθώς πρόκειται για πρώην και νυν επικεφαλής υπηρεσιών πληροφοριών που έχουν επιβλέψει μυστικές επιχειρήσεις κατά των αντίπαλων μηχανισμών, με την Ουκρανία να έχει εξοντώσει αρκετά ανώτερα στελέχη της GRU κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Από την αμερικανική πλευρά, αναμένεται να παραστούν ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του Ντόναλντ Τραμπ. Οι δύο άνδρες έχουν καταστεί σταθερές παρουσίες στην αμερικανική διπλωματία, μετακινούμενοι μεταξύ Μέσης Ανατολής, της κρίσης στο Ιράν και του πολέμου στην Ουκρανία, αν και έχουν δεχθεί κριτική για την έλλειψη επίσημης διπλωματικής εμπειρίας.

Παραμένει ασαφές το πότε ενδέχεται να πραγματοποιηθεί συνάντηση κορυφής μεταξύ Πούτιν και Ζελένσκι. Ο Ουκρανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι είναι έτοιμος να συναντήσει τον Ρώσο ομόλογό του σε ουδέτερο έδαφος, ενώ το Κρεμλίνο υποστηρίζει ότι ο Ρώσος πρόεδρος θα δεχόταν συνομιλίες μόνο εφόσον ο Ζελένσκι ταξίδευε στη Μόσχα.

Τι θέλουν οι κοινωνίες σε Ουκρανία και Ρωσία

Οι Ουκρανοί, εξαντλημένοι από έναν ιστορικά σκληρό χειμώνα και ενόψει δύσκολων μηνών, με μεγάλο μέρος των πολιτικών υποδομών κατεστραμμένο από ρωσικά πλήγματα, εμφανίζουν σαφή σημάδια κόπωσης. Αν και η επιθυμία για ειρήνη είναι ευρέως διαδεδομένη, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ισχυρή αντίσταση σε οποιαδήποτε συμφωνία θα προέβλεπε την παράδοση ολόκληρου του Ντονμπάς στη Ρωσία, ακόμη και με αντάλλαγμα εγγυήσεις ασφαλείας από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη και τον τερματισμό του πολέμου. Πολλοί φοβούνται ότι ένας τέτοιος συμβιβασμός δεν θα εξασφάλιζε μόνιμη ειρήνη, αλλά αντίθετα θα ενθάρρυνε τη Μόσχα να συνεχίσει την επιθετική της πολιτική.

Η αποτύπωση της κοινής γνώμης στη Ρωσία είναι δυσκολότερη, καθώς οποιαδήποτε δημόσια κριτική στον πόλεμο μπορεί να οδηγήσει σε ποινές φυλάκισης. Ωστόσο, οι λίγες ανεξάρτητες δημοσκοπήσεις που εξακολουθούν να διεξάγονται δείχνουν ότι το ποσοστό των Ρώσων που τάσσονται υπέρ ειρηνευτικών συνομιλιών έχει αυξηθεί στο 61%. Την ίδια στιγμή, τα στοιχεία αυτά υποδεικνύουν ότι οι Ρώσοι, όπως και η ηγεσία τους, δεν είναι διατεθειμένοι να αποδεχτούν εδαφικές παραχωρήσεις στο πλαίσιο μιας συμφωνίας.

Τι θα συμβεί αν οι συνομιλίες αποτύχουν ξανά

Πούτιν στην ετήσια συνέντευξη Τύπου του

Ο Βλαντίμιρ Πούτιν έχει υποστηρίξει ότι η Ρωσία κερδίζει τον πόλεμο και έχει αφήσει να εννοηθεί ότι είναι έτοιμος να συνεχίσει τις εχθροπραξίες, εκτός εάν η Ουκρανία αποδεχτεί τους όρους που έχει θέσει η Μόσχα. Σε έναν πόλεμο φθοράς που έχει προκαλέσει σχεδόν 2 εκατομμύρια απώλειες, το κεντρικό ερώτημα παραμένει ποια πλευρά θα λυγίσει πρώτη, ή με άλλα λόγια, ποια διαθέτει τη μεγαλύτερη αντοχή για να συνεχίσει τη σύγκρουση.

Η Ουκρανία, με σαφώς μικρότερο πληθυσμό από τη Ρωσία, δυσκολεύεται να κινητοποιήσει επαρκείς δυνάμεις για να καλύψει τα κενά στο μέτωπο, ενώ παραμένουν αμφιβολίες για το κατά πόσο η ευρωπαϊκή στρατιωτικοβιομηχανική παραγωγή μπορεί να αυξηθεί αρκετά γρήγορα, ώστε να αντισταθμίσει τη μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας. Από την άλλη πλευρά, και η Ρωσία αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις, καθώς η οικονομία της παρουσιάζει στασιμότητα, πολλοί μη στρατιωτικοί τομείς συρρικνώνονται και τα έσοδα από το πετρέλαιο έχουν μειωθεί αισθητά λόγω των κυρώσεων.

Μέχρι τη στιγμή που μία από τις δύο πλευρές θα φτάσει στο σημείο καμπής και θα αναγκαστεί να υποχωρήσει, ο πόλεμος στην Ουκρανία εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί.