Για τους περισσότερους ανθρώπους, η ιδέα ενός ιδιωτικού σεξ πάρτι ανήκει στον χώρο της φαντασίας: σκηνές που θυμίζουν κινηματογράφο, μυστικές κοινωνίες και έναν κόσμο όπου η ελευθερία της επιθυμίας μοιάζει απρόσιτη. Ωστόσο, σε μια πόλη όπως το Λος Άντζελες, όπου τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίωσης είναι συχνά θολά, τέτοιες εμπειρίες όχι μόνο υπάρχουν, αλλά ευδοκιμούν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, όπως αναφέρει το δημοσίευμα της nypost.

Κρυμμένο ανάμεσα στους ελικοειδείς δρόμους των λόφων του Χόλιγουντ, σε μια αυστηρά φυλασσόμενη ιδιοκτησία με θέα που κόβει την ανάσα, λειτουργεί το Snctm. Πρόκειται για ένα ιδιωτικό members club που εδώ και πάνω από μία δεκαετία έχει χτίσει τη φήμη του ως το πιο αποκλειστικό και διακριτικό sex club στον κόσμο.

Το Snctm ιδρύθηκε το 2013 στο Beverly Hills ως ένα πειραματικό εγχείρημα. Στόχος του δεν ήταν να προκαλέσει, αλλά να επαναπροσδιορίσει τον ερωτισμό ως μορφή τέχνης και τελετουργίας. Οι πρώτες εκδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν σε ιδιωτικές κατοικίες και συνδύαζαν αυστηρό dress code, μάσκες, ζωντανές περφόρμανς και έναν απαράβατο κανόνα: απόλυτη συναίνεση και απόλυτη εχεμύθεια. Σήμερα, το Snctm έχει επεκταθεί στη Νέα Υόρκη και το Μαϊάμι, ενώ διοργανώνει επιλεγμένα pop-up events σε μεγάλες μητροπόλεις ανά τον κόσμο. Η έδρα του θεωρείται σημείο συνάντησης της παγκόσμιας ελίτ: επιχειρηματίες, καλλιτέχνες, στελέχη μεγάλων εταιρειών και άνθρωποι που αναζητούν μια διαφορετική μορφή κοινωνικής και προσωπικής απελευθέρωσης.

Σύμφωνα με τον Robert Artes, διευθύνοντα σύμβουλο και συνιδρυτή του Snctm, η φιλοσοφία του κλαμπ από την πρώτη στιγμή δεν είχε στόχο τη μαζικότητα ή το σοκ. «Η πρώτη συνάντηση ήταν μια μοναδική, αυστηρά επιλεγμένη μασκέ βραδιά σε ιδιωτική κατοικία. Συνδύαζε επίσημο dress code, μάσκες και ζωντανές περφόρμανς, με έναν αυστηρό κώδικα διακριτικότητας και συναίνεσης», εξηγεί ο Artes.

Όπως λέει ο ίδιος, το ερώτημα από την αρχή ήταν βαθύτερο: «Η πρόθεση δεν ήταν η κλίμακα, αλλά η απόδειξη της ιδέας. Θα μπορούσε ο ερωτισμός να αντιμετωπιστεί ως θέατρο, τελετουργία και κοινωνική τέχνη και όχι ως απλό θέαμα;»

Η διαδικασία ένταξης στο κλαμπ

Η διαδικασία ένταξης στο κλαμπ μόνο απλή δεν είναι. Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να υποβάλουν αίτηση και να περάσουν από ενδελεχή έλεγχο, ενώ τα ετήσια πακέτα συνδρομής ξεκινούν από περίπου 15.000 δολάρια και φτάνουν έως και τις 125.000. Τα προνόμια περιλαμβάνουν πρόσβαση σε εκδηλώσεις υψηλής ασφάλειας, VIP χώρους, προσωπική φύλαξη, καθώς και τη δυνατότητα να φέρουν περιορισμένο αριθμό καλεσμένων.

Η εμπειρία ξεκινά ήδη από την είσοδο. Τα κινητά τηλέφωνα παραδίδονται υποχρεωτικά, χωρίς εξαιρέσεις, διασφαλίζοντας ότι τίποτα δεν θα καταγραφεί. Η ανωνυμία είναι θεμελιώδης αξία: τα ονόματα σπάνια ανταλλάσσονται, τα επαγγελματικά στοιχεία δεν έχουν καμία σημασία και η κοινωνική θέση μένει έξω από την πόρτα.

Οι χώροι θυμίζουν περισσότερο σκηνικό σύγχρονης τέχνης παρά κλαμπ. Χαμηλός φωτισμός, αρώματα λιβανιού και palo santo, μουσική που κινείται ανάμεσα στην ηλεκτρονική και την ethnic αισθητική, ενώ performers κινούνται στον χώρο σαν «ζωντανά εκθέματα». Οι καλεσμένοι, άνθρωποι από τα 30 έως τα 60 τους, συχνά εμφανίζονται αρχικά διστακτικοί, παρατηρώντας, αναζητώντας τα όριά τους.

Τίποτα δεν γίνεται αυθόρμητα ή επιθετικά. Κάθε αλληλεπίδραση βασίζεται στη ρητή ή μη λεκτική συναίνεση, ενώ η απουσία πίεσης δημιουργεί ένα περιβάλλον που πολλοί περιγράφουν ως απελευθερωτικό και απροσδόκητα ασφαλές. Οι συζητήσεις κυμαίνονται από την ερωτική φαντασία μέχρι βαθύτερα ζητήματα σχέσεων, εμπιστοσύνης και αυτοαποδοχής.

Για αρκετούς, η συμμετοχή σε μια τέτοια βραδιά δεν αποτελεί απλώς μια αισθησιακή εμπειρία, αλλά μια μορφή εσωτερικής εξερεύνησης. Όπως επισημαίνουν οι διοργανωτές, ο σκοπός δεν είναι η υπέρβαση ορίων, αλλά η κατανόησή τους. Η επιθυμία αντιμετωπίζεται όχι ως κάτι που πρέπει να κρυφτεί, αλλά ως στοιχείο της ανθρώπινης ταυτότητας.

Σε μια εποχή όπου η καθημερινότητα είναι γεμάτη θόρυβο, έκθεση και διαρκή επιτήρηση, το Snctm προσφέρει κάτι σπάνιο: έναν χώρο όπου η ιδιωτικότητα είναι απόλυτη και η εμπειρία μένει αποκλειστικά σε όσους τη ζουν, σύμφωνα με το δημοσίευμα. Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που, παρά τον μύθο που το περιβάλλει, παραμένει τόσο περιζήτητο όσο και απρόσιτο.