Η τουρκόφωνη ειδησεογραφία επαναφέρει στο προσκήνιο ένα σενάριο «πακέτου» συνεργασίας ΗΠΑ –Τουρκίας, όπου η ενέργεια εμφανίζεται ως ο πρακτικός διάδρομος για να ξανανοίξει ο πολιτικός φάκελος των F-35.
Σε δημοσιεύματα διατυπώνεται η εκτίμηση ότι συζητείται ένα ευρύ πλαίσιο «ενέργεια – χρηματοδότηση – άμυνα», το οποίο παρουσιάζεται ως πιθανός μηχανισμός εξομάλυνσης, με αναφορές ακόμη και σε συνολικό μέγεθος της τάξης των 500 δισ. δολαρίων και σε πιθανή χρονική στόχευση το καλοκαίρι του 2026.
Αυτές οι αναφορές κυκλοφορούν ως ειδήσεις – ισχυρισμοί και όχι ως επιβεβαιωμένες ανακοινώσεις, άρα χρειάζονται προσεκτική ανάγνωση ως ένδειξη κλίματος, όχι ως τετελεσμένο. Η ουσία, ωστόσο, δεν βρίσκεται στο αν ένας φιλόδοξος αριθμός εξ αυτών είναι ρεαλιστικός. Βρίσκεται στο ότι η Άγκυρα και η Ουάσιγκτον φαίνεται να αναζητούν «συναλλακτική» γλώσσα επανεκκίνησης, με την ενέργεια να προσφέρει χειροπιαστό πεδίο συμφωνιών και τα F-35 να λειτουργούν ως πολιτικό θερμόμετρο της εμπιστοσύνης.
Το ενεργειακό υπόστρωμα που ήδη υπάρχει
Πριν από κάθε συζήτηση για αμυντικά προγράμματα, έχει σημασία ότι το ενεργειακό σκέλος δεν ξεκινά από το μηδέν. Τουρκικά μέσα καταγράφουν ότι έχουν ήδη υπογραφεί συμφωνίες που αφορούν την ενεργειακή συνεργασία.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η πυρηνική διάσταση. Τουρκικές πηγές αναφέρουν την υπογραφή μνημονίου συνεργασίας ΗΠΑ–Τουρκίας στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, με το τουρκικό αφήγημα να το παρουσιάζει ως «νέο στάδιο» εμβάθυνσης μιας πολυδιάστατης εταιρικής σχέσης. Αυτά τα δύο στοιχεία είναι κρίσιμα, διότι δείχνουν ότι η ενέργεια μπορεί να λειτουργήσει ως θεσμική «ράγα» επαναπροσέγγισης: συμφωνίες, εταιρικές συμμετοχές, μακροπρόθεσμες προμήθειες, τεχνική συνεργασία.
Σε τέτοια πλαίσια, η πολιτική διαπραγμάτευση για τα αμυντικά παύει να είναι απομονωμένη και εντάσσεται σε ευρύτερο «πακέτο σταθερότητας».
Γιατί η Άγκυρα επενδύει σε αυτή τη σύνδεση
Για την Τουρκία, το ζήτημα των F-35 δεν περιορίζεται σε έναν εξοπλισμό. Στον τουρκικό λόγο αντιμετωπίζεται ως σύμβολο επιστροφής σε καθεστώς πλήρους συμμετοχής στο δυτικό αμυντικό οικοσύστημα, σε μια στιγμή που η Άγκυρα θέλει να μειώσει το κόστος της κρίσης των S-400 χωρίς να εμφανιστεί ότι υποχωρεί μονομερώς.
Η ίδια η τουρκική προεδρία έχει τοποθετήσει δημόσια το ζήτημα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της «δικαιοσύνης» έναντι μιας χώρας που υποστηρίζει ότι έχει πληρώσει το κόστος συμμετοχής. Σε τουρκικό ρεπορτάζ μεταφέρεται η θέση Ερντογάν ότι η επανένταξη «είναι σημαντική και αναγκαία» για τους δύο εταίρους και για την ασφάλεια της Συμμαχίας.
Με άλλα λόγια, η Άγκυρα επιχειρεί να δέσει το ενεργειακό με το στρατηγικό: περισσότερη ενεργειακή διασύνδεση σημαίνει περισσότερα κοινά συμφέροντα, άρα μεγαλύτερη πολιτική δυσκολία για μια διαρκή «ποινή» στον αμυντικό τομέα.
Γιατί η Ουάσιγκτον εμφανίζεται πιο ανοιχτή στο «πακέτο»
Στον τουρκόφωνο Τύπο αποτυπώνεται μια μετατόπιση από τη λογική της στασιμότητας σε μια λογική διαχείρισης ρίσκου. Εδώ, κομβικό ρόλο παίζουν δύο πραγματικότητες: η ανάγκη διατήρησης της συνοχής του ΝΑΤΟ και η αναδιάταξη των ενεργειακών ροών και επενδύσεων σε μια περίοδο διεθνούς ρευστότητας.
Η συζήτηση για τα F-35 παραμένει δεμένη με το πολιτικό – νομικό «αγκάθι» των S-400, όμως τουρκικές αναφορές για τοποθετήσεις του Αμερικανού πρέσβη στην Άγκυρα περιγράφουν ένα παράθυρο επίλυσης, με χρονολογική εκτίμηση «4–6 μηνών» και με έμφαση στο ζήτημα της απενεργοποίησης/μη χρήσης των συστημάτων ως κρίσιμο τεχνικοπολιτικό σημείο.
Αν αυτό το πλαίσιο ισχύσει, η ενέργεια λειτουργεί ως πεδίο όπου οι δύο πλευρές μπορούν να «χτίσουν» αμοιβαία οφέλη, ώστε η διαπραγμάτευση για S-400/F-35 να μην είναι μια γυμνή ανταλλαγή παραχωρήσεων, αλλά μέρος μιας μεγαλύτερης εξίσωσης.
Τι διακυβεύεται τεχνολογικά και βιομηχανικά
Η διάσταση που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση είναι η βιομηχανική. Η Τουρκία δεν ήταν απλός πελάτης. Τουρκικό πρακτορείο έχει καταγράψει ότι η τουρκική βιομηχανία κατείχε μερίδιο εργασιών περίπου 6–7% στο πρόγραμμα και ότι η απομάκρυνσή της επηρέαζε το κόστος ανά αεροσκάφος, στοιχείο που δείχνει πως το θέμα δεν είναι μόνο πολιτικό, αλλά και εφοδιαστική αλυσίδα, ρυθμοί παραγωγής, συμβάσεις και υποκατασκευές.
Σε ένα πιθανό νέο πλαίσιο, η επανένταξη θα είχε δύο επίπεδα: προμήθεια αεροσκαφών και επανασύνδεση βιομηχανικής συμμετοχής. Αυτό είναι σημαντικό για την Άγκυρα επειδή «κουμπώνει» με την προσπάθεια αναβάθμισης του αμυντικού-τεχνολογικού της αποτυπώματος και με την επιδίωξη να μην αποκλειστεί από κρίσιμα δυτικά οικοσυστήματα τεχνολογίας.
Πού χρειάζεται ψυχραιμία στις «τουρκικές κορώνες»
Οι τουρκικές αναφορές περί «πακέτου» προσφέρουν ενδιαφέρουσα εικόνα προθέσεων, όμως δεν ισοδυναμούν με επιβεβαιωμένη συμφωνία. Είναι ενδεικτικό ότι ορισμένα δημοσιεύματα αποδίδουν στο υποτιθέμενο σχέδιο στοιχεία όπως επενδύσεις Αμερικανικών εταιρειών σε τουρκική ενεργειακή υποδομή και «ενεργειακό hub» προς την Ευρώπη, καθώς και σύνδεση με επανεκκίνηση των F-35.
Πρόκειται για ισχυρισμούς που αποτυπώνουν την κατεύθυνση της συζήτησης, όχι υπογεγραμμένες δεσμεύσεις. Η πιο ρεαλιστική ανάγνωση είναι ότι βρισκόμαστε σε φάση «πλαισίωσης»: η Άγκυρα θέλει να συζητήσει τα F-35 μέσα σε ένα περιβάλλον ευρύτερων ανταλλαγών, η Ουάσιγκτον θέλει να διατηρήσει τον έλεγχο του σήματος που στέλνει προς το Κογκρέσο και προς τους συμμάχους, ενώ το ενεργειακό προσφέρει πεδίο όπου μπορούν να επιδειχθούν άμεσα αποτελέσματα.
Αν τελικά η ενεργειακή συνεργασία χρησιμοποιηθεί ως γέφυρα για τον φάκελο F-35, αυτό δεν θα σημαίνει «αυτόματο ξεκλείδωμα». Θα σημαίνει ότι οι δύο πλευρές επιχειρούν να μετατρέψουν μια μακρά κρίση εμπιστοσύνης σε διαπραγμάτευση συμφερόντων, όπου η ενέργεια παρέχει θεσμικό βάθος και η άμυνα παρέχει στρατηγικό βάρος. Το αν αυτό θα καταλήξει σε πραγματική επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα θα εξαρτηθεί από το πώς θα «λυθεί» πολιτικά το θέμα των S-400.
Μέχρι τότε, το πιο ασφαλές συμπέρασμα από τις τουρκόφωνες πηγές είναι ότι η Άγκυρα και η Ουάσιγκτον δοκιμάζουν μια νέα, πιο πραγματιστική γραμμή: λιγότερη ρητορική, περισσότερη ενέργεια, και μια αμυντική συμφωνία που θα έρθει μόνο αν πρώτα αποκατασταθεί ένα ελάχιστο επίπεδο εμπιστοσύνης.