Ο Μπράιαν Άρμστρονγκ, διευθύνων σύμβουλος της μεγαλύτερης εταιρείας κρυπτονομισμάτων στις ΗΠΑ, έπινε καφέ με τον πρώην πρωθυπουργό της Βρετανίας, Τόνι Μπλερ, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός την περασμένη εβδομάδα, όταν ο Τζέιμι Ντάιμον της JPMorgan Chase παρενέβη απότομα.
«Λες μα…κίες», είπε ο Ντάιμον, ένας διαχρονικός σκεπτικιστής των κρυπτονομισμάτων που στο παρελθόν είχε αποκαλέσει το bitcoin «απάτη», δείχνοντας εμφατικά με το δάχτυλο το πρόσωπο του Άρμστρονγκ.
Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν το περιεχόμενο της συνομιλίας, ο Ντάιμον του είπε, με λίγα λόγια, να σταματήσει να λέει ψέματα στην τηλεόραση. Νωρίτερα εκείνη την εβδομάδα, ο Άρμστρονγκ είχε κατηγορήσει τις τράπεζες ότι προσπαθούν να σαμποτάρουν τη νομοθεσία που θα έθετε ένα νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία.
«Η αντιπαράθεση αυτή κάθε άλλο παρά ευθυγραμμισμένη ήταν με την αποστολή του ετήσιου φόρουμ για την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των παγκόσμιων ηγετών», γράφουν οι δημοσιογράφοι της Wall Street Journal Άμριθ Ραμκουμάρ, Ντίλαν Τόκαρ και Τζίνα Χιμπ.
Η απειλή για τις καταθέσεις
Καθώς τα κρυπτονομίσματα εισέρχονται δυναμικά στο κυρίως ρεύμα του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, ορισμένα «βαριά ονόματα» της Wall Street αρχίζουν να συνειδητοποιούν την απειλή. Ενώ οι τράπεζες έχουν υιοθετήσει ορισμένες πτυχές των κρυπτονομισμάτων, θέτουν μια κόκκινη γραμμή εκεί που θίγεται ο πυρήνας των εργασιών τους: οι καταθέσεις των καταναλωτών.
Οι τράπεζες και η Coinbase βρίσκονται σε σύγκρουση για το αν τα ανταλλακτήρια κρυπτονομισμάτων θα πρέπει να επιτρέπεται να προσφέρουν στους καταναλωτές τακτικές αποδόσεις (rewards) για τη διακράτηση ψηφιακών νομισμάτων. Αυτές οι αποδόσεις θα πλήρωναν στους κατόχους stablecoins (ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων συνδεδεμένων με πραγματικά νομίσματα, όπως το δολάριο) μια επαναλαμβανόμενη προμήθεια, ύψους π.χ. 3,5%.
Οι τράπεζες υποστηρίζουν ότι αυτές οι πληρωμές είναι ουσιαστικά το ίδιο με τους τόκους των τραπεζικών λογαριασμών. Δεδομένου ότι οι τράπεζες προσφέρουν πολύ χαμηλότερες αποδόσεις -συνήθως κάτω από 0,1% σε έναν τρεχούμενο λογαριασμό- φοβούνται ότι οι καταναλωτές θα μεταφέρουν μαζικά τα χρήματά τους στα κρυπτονομίσματα. Αυτό, λένε, θα υπονομεύσει τις τοπικές τράπεζες και τον δανεισμό προς τις επιχειρήσεις. Ο Άρμστρονγκ αντιτείνει ότι θα πρέπει να κυριαρχήσει η ελεύθερη αγορά και ότι οι τράπεζες μπορούν απλώς να προσφέρουν υψηλότερα επιτόκια για να ανταγωνιστούν ή να μπουν οι ίδιες στην αγορά των stablecoins.
Ο νόμος «Clarity Act» και η άνοδος του Άρμστρονγκ
Η νομοθεσία, γνωστή ως Clarity Act, αναμένεται να διαμορφώσει το μέλλον των καθημερινών οικονομικών υπηρεσιών. Ο 43χρονος Άρμστρονγκ, ο οποίος συνίδρυσε την Coinbase το 2012, έχει αναδειχθεί σε ισχυρή φωνή στις συζητήσεις στην Ουάσινγκτον. «Προτιμούμε να μην υπάρξει καθόλου νομοσχέδιο, παρά ένα κακό νομοσχέδιο», έγραψε στο X την παραμονή μιας ψηφοφορίας στη Γερουσία που θα μπορούσε ουσιαστικά να απαγορεύσει στην Coinbase να προσφέρει αποδόσεις στους πελάτες της – κάτι που θα της κόστιζε δισεκατομμύρια. Μέσα σε λίγες ώρες, η ψηφοφορία αναβλήθηκε αιφνιδιαστικά.
«Πλέον θεωρείται περισσότερο μια μάχη “Coinbase εναντίον τραπεζών” παρά “κρυπτονομίσματα εναντίον τραπεζών”», σημειώνει ο Ρον Χάμοντ της εταιρείας Wintermute.
Από προγραμματιστής «πρόσωπο» του κλάδου, ο Άρμστρονγκ, που σπούδασε οικονομικά και πληροφορική, πείστηκε νωρίς για την ιδέα του ψηφιακού χρήματος. Το 2011, ενώ εργαζόταν στην Airbnb, δυσκολευόταν να στείλει χρήματα στη Νότια Αμερική, εμπειρία που άνοιξε τον δρόμο για την ίδρυση της Coinbase. Από ένα στενό διαμέρισμα στο Σαν Φρανσίσκο, η εταιρεία γιγαντώθηκε και το 2021 εισήχθη στο χρηματιστήριο, φτάνοντας προσωρινά σε αξία τα 100 δισ. δολάρια.

Πρώην συνάδελφοί του τον περιέγραφαν παλαιότερα ως ντροπαλό, κάποιον που δυσκολευόταν να επικοινωνήσει με το προσωπικό, παρομοιάζοντάς τον με τους «Βούλκαν» του Star Trek λόγω του στωικισμού του. Ωστόσο, ο Άρμστρονγκ κάθε άλλο παρά διστακτικός υπήρξε στις φιλοδοξίες του. «Θέλουμε τελικά να γίνουμε ο αντικαταστάτης των τραπεζών για τον κόσμο», είχε δηλώσει πέρυσι.
Η νέα εποχή υπό τον Τραμπ
Αφού επιβίωσε από τις καταρρεύσεις του κλάδου το 2022 και τις ρυθμιστικές επιθέσεις της κυβέρνησης Μπάιντεν το 2023, ο Άρμστρονγκ αντεπιτέθηκε – και βρήκε τη φωνή του. Ο άνθρωπος που κάποτε απέφευγε τις δημόσιες ομιλίες και προτιμούσε να φοράει τα ακουστικά του προγραμματίζοντας στο γραφείο, ήταν πλέον ο πρόθυμος εκπρόσωπος της βιομηχανίας των κρυπτονομισμάτων στην Ουάσινγκτον, όπου οι απόψεις για τον κλάδο ετοιμάζονταν να αλλάξουν δραματικά.
Η Coinbase διοχέτευσε περίπου 75 εκατομμύρια δολάρια στις εκλογές του 2024 μέσω ενός δικτύου «super PACs» (επιτροπών πολιτικής δράσης), με στόχο να πολεμήσει τους σκεπτικιστές υποψηφίους, ενώ παράλληλα δημιούργησε μια οργάνωση βάσης για να ενισχύσει τη δημόσια στήριξη στα νομοσχέδια για τα κρυπτονομίσματα. Η συγκεκριμένη ομάδα των super PAC ανακοίνωσε την Τετάρτη ότι διαθέτει αποθεματικά ύψους 193 εκατομμυρίων δολαρίων.
Η νίκη του Τραμπ το 2024 πρόσφερε στον Άρμστρονγκ την ευκαιρία να εξασφαλίσει τις πολιτικές νίκες που επιδίωκε εδώ και μία δεκαετία, εξαίροντας τον νέο πρόεδρο για τη δημιουργία της «αυγής μιας νέας εποχής για τα κρυπτονομίσματα».
Ωστόσο, η μάχη στο Κογκρέσο παραμένει σκληρή. Οι τράπεζες, επικαλούμενες κυβερνητικές εκτιμήσεις, προειδοποίησαν τους γερουσιαστές ότι καταθέσεις ύψους 6,6 τρισεκατομμυρίων δολαρίων κινδυνεύουν να «απορροφηθούν» από το παραδοσιακό σύστημα. Η πίεση αυτή απέδωσε καρπούς, καθώς το προσχέδιο του νόμου περιέλαβε διατάξεις που ο Άρμστρονγκ θεώρησε ήττα για τον κλάδο του, αποσύροντας τη στήριξή του την τελευταία στιγμή.
Ο Άρμστρονγκ φαίνεται να αναζητά πλέον μια συμβιβαστική λύση, σύμφωνα με τη WSJ, προτείνοντας μια νέα κατηγορία εκδοτών stablecoin που θα επιτρέπεται να καταβάλλουν αποδόσεις, υπό την προϋπόθεση ότι θα πληρούν αυστηρότερα ρυθμιστικά πρότυπα.