Ένα σχεδόν ξεχασμένο πολεμικό σχέδιο των ΗΠΑ από το 1930, γνωστό ως War Plan Red, επανέρχεται στο δημόσιο διάλογο στον Καναδά, την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ υιοθετεί ολοένα πιο επιθετική ρητορική για την «προεξάρχουσα θέση» της Ουάσιγκτον στον δυτικό ημισφαίριο. Το τότε μυστικό σχέδιο προέβλεπε μαζική επίθεση με χημικά, καταστροφή κρίσιμων υποδομών και ταχεία κατάληψη καναδικών πόλεων, με στόχο να στερηθεί από τη Βρετανία κάθε βάση στη Βόρεια Αμερική.
Σήμερα, σε ένα εντελώς διαφορετικό γεωπολιτικό περιβάλλον, οι αναφορές του Τραμπ σε πιθανή προσάρτηση του Καναδά, η δημόσια συζήτηση για κατάληψη της Γροιλανδίας και η βίαιη επιχείρηση σύλληψης του προέδρου της Βενεζουέλας αναζωπυρώνουν τους φόβους ότι οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν πλέον και τους συμμάχους τους ως πιθανούς στόχους. Η ανάρτηση του Αμερικανού προέδρου με σημαία των ΗΠΑ να καλύπτει Καναδά, Γροιλανδία και Βενεζουέλα λειτούργησε σαν οπτικό «μανιφέστο» μιας νέας, κυνικής λογικής ισχύος.
ΗΠΑ, War Plan Red και η «εύθραυστη» συμμαχία με τον Καναδά
Το War Plan Red καταρτίστηκε από στρατιωτικούς σχεδιαστές των ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του 1920, υπό τον φόβο ενός πολέμου με τη Βρετανία, στον οποίο ο Καναδάς θεωρούνταν το πιθανότερο θέατρο επιχειρήσεων. Το σχέδιο προέβλεπε αιφνιδιαστικό βομβαρδισμό με δηλητηριώδη αέρια, κατάληψη σημαντικών λιμανιών, κοπή καλωδίων, ανατίναξη γεφυρών και σιδηροδρομικών γραμμών, ώστε το καναδικό κράτος να παραλύσει σε λίγες ημέρες.
Οι Αμερικανοί σχεδιαστές θεωρούσαν ότι, με τον πληθυσμό του Καναδά να συγκεντρώνεται κοντά στα σύνορα, η χώρα θα κατέρρεε γρήγορα σε μια συντονισμένη επίθεση. Την ίδια στιγμή αναγνώριζαν πως, αν οι ΗΠΑ έχαναν, ο Καναδάς θα απαιτούσε ακόμη και την παραχώρηση της Αλάσκας, στοιχείο που αποκαλύπτει πόσο ρευστές και ωφελιμιστικές ήταν οι συμμαχίες ήδη από τότε.
Ο Καναδός ερευνητής συγκρούσεων Τόμας Χόμερ-Ντίξον τονίζει ότι το War Plan Red συμπυκνώνει μια βαθιά καναδική ανασφάλεια: ότι η χώρα παραμένει εξαιρετικά ευάλωτη σε ένα γειτονικό γίγαντα από τον οποίο εξαρτάται για την ασφάλεια και την οικονομία της. Ο ίδιος περιγράφει τον Καναδά ως «γεωγραφικά και δημογραφικά παράλογη» χώρα, εξαρτημένη από τη φιλία και την «καλοσύνη» των ΗΠΑ – δύο παράγοντες που, όπως υποστηρίζει, έχουν πλέον εξαφανιστεί.
Οι ΗΠΑ, ο Τραμπ και η «λογική της αρπαγής» στον 21ο αιώνα
Οι πρόσφατες κινήσεις των ΗΠΑ υπό τον Τραμπ έχουν στοιχίσει μια ανησυχητική συνέχεια με το παρελθόν, αυτή τη φορά όμως όχι σε θεωρητικό επίπεδο. Στις αρχές Ιανουαρίου, η κυβέρνηση διέταξε μια νυχτερινή επιχείρηση για τη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, ενώ ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε ανοιχτά ότι οι ΗΠΑ θα πάρουν τον έλεγχο του πετρελαίου της χώρας.
Λίγες ημέρες μετά, ο Λευκός Οίκος άφησε να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να χρησιμοποιήσουν στρατιωτική ισχύ για να «καταλάβουν» τη Γροιλανδία, επικαλούμενες στρατηγική θέση και ορυκτό πλούτο, παρά το γεγονός ότι ήδη διαθέτουν ανεμπόδιστη πρόσβαση για στρατιωτικές βάσεις στο νησί. Ο Χόμερ-Ντίξον χαρακτηρίζει αυτή την επιδίωξη «καθαρή απληστία» και «έργο ματαιοδοξίας» χωρίς ουσιαστική δικαιολογία ασφαλείας, δείγμα μιας νέας φάσης ωμού επεκτατισμού από τις ΗΠΑ.
Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ περιέγραψε τα σύνορα ΗΠΑ–Καναδά ως μια «γραμμή τραβηγμένη με χάρακα» που μπορεί να επαναχαραχθεί με «δύναμη και πειθώ», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο προσάρτησης. Σε φερόμενη συνομιλία με τον Καναδό πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϊ, είπε ότι μια ενωμένη ήπειρος είναι «όπως θα έπρεπε να είναι», τροφοδοτώντας φόβους στην Οτάβα ότι η ιστορική μεθοριακή γραμμή αντιμετωπίζεται πλέον ως διαπραγματεύσιμο μέγεθος από τις ΗΠΑ.
Οι ΗΠΑ ως «υπαρξιακή» απειλή και η καναδική αντεπίθεση
Η ανησυχία στον Καναδά δεν είναι θεωρητική: δημοσκόπηση του 2025 έδειξε ότι το 43% των πολιτών θεωρεί τουλάχιστον κάπως πιθανή μια στρατιωτική επίθεση των ΗΠΑ μέσα στην επόμενη πενταετία, ενώ το 10% τη βλέπει ως πολύ πιθανή ή σχεδόν βέβαιη. Ο πρώην πρεσβευτής του Καναδά στον ΟΗΕ, Μπομπ Ρέι, χαρακτήρισε τις απειλές Τραμπ για προσάρτηση «υπαρξιακές» για το μέλλον της χώρας, επισημαίνοντας ότι καμία προηγούμενη αμερικανική κυβέρνηση δεν είχε εμφανίσει τόσο ανοιχτές εδαφικές φιλοδοξίες προς τον βορρά.
Η καναδική στρατιωτική ηγεσία έχει ήδη εκπονήσει μοντέλα αντίδρασης σε ένα υποθετικό σενάριο εισβολής από τις ΗΠΑ, με έμφαση σε τακτικές ανταρτοπόλεμου, εμπνευσμένες από τις επιχειρήσεις κατά ρωσικών και αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν. Οι ένοπλες δυνάμεις εξετάζουν ένα φιλόδοξο σχέδιο αύξησης του συμπληρωματικού εφεδρικού σώματος από 4.384 σε έως και 300.000 άτομα, αξιοποιώντας ομοσπονδιακούς και επαρχιακούς υπαλλήλους που θα εκπαιδευτούν στη χρήση όπλων, στη στρατιωτική οδήγηση και στη χρήση drones.
Παράλληλα, προωθείται η ιδέα μιας μορφής εθνικής υπηρεσίας πολιτικής άμυνας, με κοστολόγηση από 1,1 έως 5,2 δισ. καναδικά δολάρια, που θα θωρακίσει την κοινωνία απέναντι σε πιθανή σύγκρουση. Ο Χόμερ-Ντίξον υποστηρίζει ότι ο Καναδάς πρέπει να εμβαθύνει τους δεσμούς του με τις σκανδιναβικές χώρες και να υιοθετήσει τη δική τους φιλοσοφία αποτροπής: ότι όποιος επιτεθεί μπορεί να νικήσει, αλλά θα πληρώσει βαρύ τίμημα.
Την ίδια στιγμή, ο ίδιος προειδοποιεί πως οι ΗΠΑ μπορούν να στραφούν σε υβριδικά σενάρια, είτε δαιμονοποιώντας τον Καναδά ως «νόμιμο στόχο» λόγω μιας δήθεν ανεξέλεγκτης μεθορίου, είτε αξιοποιώντας αποσχιστικά κινήματα όπως το δημοψήφισμα ανεξαρτησίας στην Αλμπέρτα, για να αξιώσουν ότι η επαρχία πρέπει να γίνει η «51η πολιτεία». Σε αυτό το πλαίσιο, η παλιά λογική «might makes right» – η ισχύς κάνει το δίκιο – που ο ερευνητής βλέπει ως «υπολειτουργικό πολιτισμικό γονίδιο» των ΗΠΑ, μοιάζει να επανέρχεται απειλητικά στην επιφάνεια.
Σε μια εποχή όπου οι ΗΠΑ παραμένουν ο αναντικατάστατος σύμμαχος της Δύσης, ο Καναδάς αναγκάζεται να κοιτάξει κατάματα την πιο σκοτεινή εκδοχή αυτής της σχέσης: ότι η χώρα που εγγυάται την ασφάλειά του μπορεί, υπό μια διαφορετική ηγεσία, να γίνει η μεγαλύτερη απειλή για την ίδια του την ύπαρξη