Η πτώχευση της ιρανικής τράπεζας Αγιαντέχ, που το όνομά της σημαίνει «μέλλον» στα περσικά, δημιούργησε τεράστια αγανάκτηση στο Ιράν, η οποία συσσωρεύτηκε και τώρα διαφαίνεται στις μαζικές διαδηλώσεις, που η ιρανική ηγεσία προσπαθεί να αντιμετωπίσει ακόμη και με δημόσιες εκτελέσεις.
Τον Οκτώβριο του 2025 η είδηση της πτώχευσης έμοιαζε ως φυσικό επακόλουθο του πολέμου του Ιράν με το Ισραήλ, με τις ιρανικές αρχές να διαβεβαιώνουν τους πελάτες της τράπεζας ότι «δεν πρέπει να έχουν καμία ανησυχία» για τις καταθέσεις τους.
Ωστόσο, αυτό δεν αποδείχθηκε στην πράξη και η κρίση επεκτάθηκε σε άλλα ιρανικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η Wall Street Journal έγραψε ότι η χρεοκοπία της Αγιαντέχ εξελίχθηκε σε σύμβολο αλλά και σε καταλύτη μιας ευρύτερης οικονομικής αποσύνθεσης, η οποία τελικά πυροδότησε τις διαδηλώσεις που συνιστούν σήμερα τη σοβαρότερη απειλή για το καθεστώς από την ίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας πριν από πενήντα χρόνια.
Η πτώση της τράπεζας κατέδειξε με σαφήνεια ότι το ιρανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, επιβαρυμένο από πολυετείς κυρώσεις, κακοδιαχείριση στη χορήγηση δανείων και εξάρτηση από πληθωριστική νομισματική πολιτική, είχε καταστεί όλο και πιο αφερέγγυο και στερούμενο ρευστότητας.
Γιατί πτώχευσε
Η Αγιαντέχ ιδρύθηκε το 2012, διέθετε δίκτυο 270 καταστημάτων σε όλη τη χώρα, 150 από τα οποία στην πρωτεύουσα Τεχεράνη.
Το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα αντιμετώπιζε δάνεια και συσσωρευμένες απώλειες 5.400 τρισεκατομμυρίων ριάλ (περίπου 4,5 δισ. ευρώ) και 3.110 τρισεκ. ριάλ (περίπου 2,5 δισ. ευρώ) σε ακάλυπτες πιστώσεις, σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων Isna.
Η κρίση εκδηλώθηκε τη χειρότερη δυνατή χρονική στιγμή. Η αξιοπιστία της ιρανικής κυβέρνησης είχε ήδη υπονομευθεί από τον 12ήμερο πόλεμο με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες τον Ιούνιο, ο οποίος ανέδειξε την αδυναμία της να προστατεύσει τον πληθυσμό από εξωτερικές επιθέσεις. Παράλληλα, η άρνηση της ηγεσίας να συμβιβαστεί στις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα κατέστησε ανέφικτη την άρση των κυρώσεων.
Η εφημερίδα Χαμ Μιχάν έκανε λόγο για «πτώχευση» της Τράπεζας Αγιαντέχ, που δεν διέθετε ίδια κεφάλαια και χρειάστηκε να καταφύγει σε δάνεια για ταμειακά διαθέσιμα. Αξιωματούχος της Κεντρικής Τράπεζας, ο Χαμιντρεζά Γκανιαμπαντί, έκανε λόγο για «χρέη υπό αμφισβήτηση», μετέδωσε το ΑΠΕ.
«Πάνω από το 90% των χρημάτων της Τράπεζας Αγιαντέχ είχαν διατεθεί είτε σε συνδεόμενα με την τράπεζα μέρη είτε σε προγράμματα που διαχειριζόταν η ίδια η τράπεζα», τα οποία δεν εξοφλήθηκαν ποτέ, υπογράμμισε, σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων Irna.
«Επρόκειτο για μια τράπεζα με ισχυρές διασυνδέσεις και βαθιά διαφθορά, γεγονός που ανέδειξε ότι το ίδιο το τραπεζικό σύστημα λειτουργεί ως μηχανισμός πλουτισμού των ισχυρών», δήλωσε όμως, ο Αντνάν Μαζαρέι, πρώην αναπληρωτής διευθυντής του Τμήματος Μέσης Ανατολής και Κεντρικής Ασίας του ΔΝΤ, σχολιάζοντας τους λόγους της πτώχευσης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η κατάρρευση της Αγιαντέχ συνέβαλε σε ένα «κρεσέντο απώλειας νομιμοποίησης του καθεστώτος μετά την ισραηλινή επίθεση».
Οι επιπτώσεις της πτώχευσης
Από το κλείσιμο της Αγιαντέχ δεν επηρεάστηκαν μόνο οι πελάτες της, αλλά και ολόκληρο το ιρανικό κράτος, παρότι επίσημα προσπάθησε να δείξει το αντίθετο.
Η τράπεζα είχε χρηματοδοτήσει υπερπολυτελή πρότζεκτ όπως το τεράστιο εμπορικό συγκρότημα Iran Mall στην Τεχεράνη, που παρουσιάζεται ότι είναι το μεγαλύτερο στον κόσμο και διαθέτει πίστα πατινάζ και κινηματογράφους.
Επίσης, μετά την πτώχευση τα περιουσιακά στοιχεία της Αγιαντέχ απορροφήθηκαν από την ιρανική δημόσια τράπεζα Μελί («Εθνική» στα περσικά), με απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας.
Η κρίση όμως επηρέασε άμεσα άλλες πέντε τράπεζες και συγκεκριμένα τις Σαρμαγέχ, Ντάι, Σεπάχ, Ιράν Ζαμίν και Μελάλ, σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων Tasnim.
«Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ιρανικό ριάλ – ήδη σε κρίσιμη κατάσταση – εισήλθε σε νέα φάση υποτίμησης, την οποία το καθεστώς δεν ήταν σε θέση να ανακόψει. Οι αμερικανικές κυρώσεις είχαν αποκόψει τη χώρα από την κρίσιμη εισροή δολαρίων μέσω Ιράκ, είχαν περιορίσει δραστικά τα έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου σε σκληρό νόμισμα και είχαν καταστήσει απρόσιτα τα αποθέματα ξένου συναλλάγματος που τηρούνταν στο εξωτερικό», έγραψε η Wall Street Journal.
Η ιστορία της Αγιαντέχ
Η Αγιαντέχ ιδρύθηκε το 2013 από τον Αλί Ανσάρι, Ιρανό επιχειρηματία που συγχώνευσε δύο κρατικές τράπεζες με μια τρίτη που είχε δημιουργήσει ο ίδιος. Προερχόμενος από μία από τις πλουσιότερες οικογένειες της χώρας, διαθέτει πολυτελή έπαυλη εκατομμυρίων δολαρίων στο βόρειο Λονδίνο και θεωρείται πολιτικά στενός σύμμαχος του πρώην συντηρητικού προέδρου Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ.
Η τράπεζα προσέφερε τα υψηλότερα επιτόκια στην αγορά, προσελκύοντας εκατομμύρια καταθέτες, ενώ ταυτόχρονα δανειζόταν σε μεγάλο βαθμό από την κεντρική τράπεζα, η οποία τύπωνε χρήμα για να τη διατηρήσει εν ζωή, σύμφωνα με οικονομολόγους.
Ωστόσο, όπως και άλλες προβληματικές ιρανικές τράπεζες, διέθετε μεγάλο όγκο μη εξυπηρετούμενων δανείων, έναν από τους βασικούς παράγοντες που οδήγησαν τελικά στη χρεοκοπία της.