Σε μια εποχή όπου η μόδα συχνά ταυτίζεται με τη νεότητα, την ταχύτητα και την εικόνα του καινούργιου, η Chanel επέλεξε να κάνει κάτι βαθιά ουσιαστικό και να στρέψει το βλέμμα της στη γυναικεία ωριμότητα. Στην πρόσφατη επίδειξη υψηλής ραπτικής στο Παρίσι, ο γαλλικός οίκος παρουσίασε μοντέλα μέσης και ώριμης ηλικίας, όχι ως μια συμβολική χειρονομία διαφορετικότητας, αλλά ως τον ίδιο τον πυρήνα της συλλογής. Ήταν μια επίδειξη που απέδειξε πως οι γυναίκες δεν έχουν ημερομηνία λήξης και πως τα μοντέλα μπορούν να είναι όμορφα ακόμα και μετά τη δεκαετία των 20.
Η επιλογή της Chanel να αναδείξει γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας επαναπροσδιορίζει τη συζήτηση γύρω από το ποια σώματα και ποιες ζωές χωρούν στη μόδα. Οι γυναίκες που περπάτησαν στην πασαρέλα δεν παρουσιάστηκαν ως εξαίρεση, ούτε ως statement της στιγμής. Αντιθέτως, λειτούργησαν ως φυσικοί φορείς των ρούχων, δίνοντάς τους βάθος και νόημα. Η υψηλή ραπτική, άλλωστε, δεν δημιουργήθηκε ποτέ για εφήμερες τάσεις. Δημιουργήθηκε για γυναίκες με προσωπικότητα, ιστορία και σχέση με το ένδυμα. Και σε αυτό το πλαίσιο, η ωριμότητα δεν είναι εμπόδιο, αλλά είναι πλεονέκτημα.

Η παρουσία ώριμων μοντέλων άλλαξε αισθητά και τον τρόπο με τον οποίο «διαβάζονταν» τα ρούχα. Τα σύνολα απέκτησαν κύρος και βαρύτητα. Δεν έμοιαζαν απλώς όμορφα, έμοιαζαν ότι είχαν υπόσταση. Η στάση του σώματος, το βλέμμα, η ηρεμία της κίνησης έδωσαν στη συλλογή μια αίσθηση αυθεντικότητας που σπάνια συναντά κανείς σε επιδείξεις couture. Έτσι, η Chanel υπενθύμισε κάτι θεμελιώδες, ότι η πολυτέλεια δεν είναι φαντασίωση, αλλά αναγνώριση. Είναι το δικαίωμα κάθε γυναίκας να βλέπει τον εαυτό της εκπροσωπημένο, όχι μόνο όταν είναι νέα, αλλά σε κάθε ηλικία.
Σε επίπεδο σχεδιασμού, η συλλογή κινήθηκε σε πιο ανάλαφρες, ρευστές γραμμές, με υφάσματα που αγκάλιαζαν το σώμα χωρίς να το περιορίζουν. Οι λεπτομέρειες έμοιαζαν προσωπικές, σχεδόν συναισθηματικές, σαν κάθε ρούχο να κουβαλά τη δική του αφήγηση. Δεν υπήρχε προσπάθεια νεανικοποίησης ή απόκρυψης της ηλικίας. Αντίθετα, η ωριμότητα έγινε μέρος της αισθητικής γλώσσας της συλλογής, ενισχύοντας την αίσθηση διαχρονικότητας που αποτελεί θεμέλιο του οίκου Chanel.

Με αυτή την επιλογή, η Chanel τοποθέτησε τη μόδα στο κέντρο ενός ευρύτερου πολιτισμικού διαλόγου γύρω από τη γυναικεία ταυτότητα, τη γήρανση και την ορατότητα. Σε έναν κόσμο που συχνά αντιμετωπίζει την ηλικία ως κάτι που πρέπει να διορθωθεί ή να κρυφτεί, ο οίκος πρότεινε το αντίθετο, δηλαδή να τη δούμε ως πηγή δύναμης. Άλλωστε οι σημερινοί millenials, είναι η πρώτη γενιά στην ιστορία που έκανε τα 40 να μοιάζουν με τα 30, ακόμα και τα 20, ένα φαινόμενο πρωτοφανές.

Η επίδειξη αυτή λειτούργησε ως υπενθύμιση ότι το στιλ όπως και οι άνθρωποι δεν έχουν ημερομηνία λήξης. Ότι η κομψότητα δεν φθείρεται με τον χρόνο, αντιθέτω; βαθαίνει. Και ότι η μόδα, όταν είναι πραγματικά σύγχρονη, δεν αποκλείει, αλλά αγκαλιάζει. Στην υψηλή ραπτική της Chanel, η γοητεία δεν ανήκει στη νεότητα. Ανήκει σε κάθε γυναίκα που έχει ζήσει, εξελιχθεί και συνεχίζει να στέκεται με αυτοπεποίθηση στο παρόν της.