Νέα δεδομένα προκύπτουν στην πολύκροτη υπόθεση του γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη, ο οποίος βρέθηκε το μεσημέρι της Τρίτης 24 Μαρτίου 2026 ενώπιον του ανακριτή, καταθέτοντας σειρά εγγράφων με στόχο να αποδείξει τη νόμιμη κατοχή των έργων τέχνης που βρέθηκαν στην κατοχή του.

Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται, μεταξύ άλλων, ένα σπάνιο Ευαγγέλιο του 1745, η δημοπράτηση του οποίου αποτέλεσε και την αφορμή για την παρέμβαση των αρχών. Σύμφωνα με πληροφορίες που ήρθαν στο φως μέσα από την εκπομπή «Live News», στα έγγραφα που εντοπίστηκαν περιλαμβάνεται υπεύθυνη δήλωση φερόμενου ιδιοκτήτη του βιβλίου, ενός 71χρονου Ελληνοβρετανού, ο οποίος ισχυρίζεται ότι το είχε αποκτήσει νόμιμα στο παρελθόν και στη συνέχεια το παραχώρησε στον γκαλερίστα για πώληση.

Στην ίδια δήλωση αναφέρεται ότι το Ευαγγέλιο, μαζί με άλλα αντικείμενα μεγάλης αξίας και έργα τέχνης, αποτελούσαν προσωπική του περιουσία και είχαν αποκτηθεί σε προγενέστερο χρόνο. Παράλληλα, περιγράφεται και η συμφωνία με την επιχείρηση του Γιώργου Τσαγκαράκη, σύμφωνα με την οποία προβλεπόταν ποσοστό επί της τιμής πώλησης, με το υπόλοιπο ποσό να αποδίδεται στον ιδιοκτήτη.

Ωστόσο, η υπόθεση παραμένει ιδιαίτερα σύνθετη, καθώς οι αρχές εξετάζουν όχι μόνο τη νομιμότητα κατοχής των αντικειμένων, αλλά και τη γνησιότητά τους. Εκτός από το Ευαγγέλιο, ο ίδιος 71χρονος φέρεται να είχε παραχωρήσει και πίνακες ζωγραφικής σημαντικών καλλιτεχνών, όπως του Νικηφόρου Λύτρα και του Περικλή Βυζάντιου, σε χαμηλές τιμές ασφαλείας, γεγονός που εγείρει επιπλέον ερωτήματα.

Την ίδια στιγμή, ο Γιώργος Τσαγκαράκης αρνείται κατηγορηματικά τις κατηγορίες που του αποδίδονται και δηλώνει αθώος, ενώ μέσω του συνηγόρου του, Μιχάλη Δημητρακόπουλου, υποστηρίζει ότι το επίμαχο Ευαγγέλιο αποκτήθηκε με νόμιμο τρόπο. Παρά ταύτα, οι ελεγκτικές αρχές συνεχίζουν να εξετάζουν ακόμη και την αυθεντικότητα των εγγράφων που προσκομίστηκαν.

Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος, καθώς έρχονται στο φως και παλαιότερες δικαστικές εκκρεμότητες. Όπως αποκαλύφθηκε, ο γκαλερίστας είχε εμπλακεί σε υπόθεση πώλησης πλαστών πινάκων το 2010, όταν φέρεται να είχε διαθέσει σε πελάτισσα έργα που αποδίδονταν στους ζωγράφους Φασιανό και Βασιλείου έναντι 10.000 ευρώ. Η υπόθεση ολοκληρώθηκε το 2019, με τον ίδιο να καταβάλλει αποζημίωση το 2021.

Παράλληλα, η ίδια γυναίκα επανήλθε με νέα καταγγελία, υποστηρίζοντας ότι αγόρασε από τον γκαλερίστα κοσμήματα μεγάλης αξίας, τα οποία αποδείχθηκαν μη γνήσια. Η υπόθεση έχει ήδη οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη, με τη διεκδίκηση αποζημίωσης που αγγίζει τις 27.000 ευρώ.

Οι εξελίξεις αναμένεται να συνεχιστούν τις επόμενες ημέρες, καθώς τουλάχιστον 17 άτομα φέρονται έτοιμα να καταθέσουν για αγορές πλαστών έργων τέχνης, ενώ παράλληλα ανοίγει νέος κύκλος έρευνας και για τα κοσμήματα που διακινούνταν μέσω της επιχείρησης του κατηγορουμένου.

Το «κουβάρι» της υπόθεσης άρχισε να ξετυλίγεται στα τέλη Φεβρουαρίου, όταν οι αρχές δέχθηκαν τις πρώτες καταγγελίες. Καθοριστική υπήρξε η παρέμβαση ειδικού βυζαντινολόγου από την Κύπρο, ο οποίος επεσήμανε ότι το Ευαγγέλιο του 1745 ενδέχεται να εμπίπτει στην αρχαιολογική νομοθεσία, καθώς πρόκειται για έντυπο της περιόδου της Τουρκοκρατίας με ιδιαίτερη ιστορική και πολιτιστική αξία.

Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, το βιβλίο είχε τυπωθεί σε ελληνικό τυπογραφείο της Βενετίας και η διαδρομή του μέχρι την Ελλάδα παραμένει ασαφής, γεγονός που εντείνει το ενδιαφέρον των αρχών για τη διερεύνηση της προέλευσής του.