Η Άννα-Μαρία, που παραμένει στην Αθήνα για τις εορτές του Πάσχα, έδωσε το «παρών» στην Ακολουθία του Επιταφίου στον Ιερό Ναό Παμμεγίστων Ταξιαρχών του Αμαλιείου Ορφανοτροφείου.
Συνοδευόμενη από στενούς φίλους της οικογένειας, συμμετείχε στην τελετή σε μια ατμόσφαιρα κατάνυξης, μέσα σε έναν χώρο που η ιστορία του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πρώτη βασιλεία στην Ελλάδα.
Η κληρονομιά του Όθωνα και της Αμαλίας
Το Αμαλίειον φέρει το όνομα της Βασίλισσας Αμαλίας, καθώς ιδρύθηκε επί των ημερών του Όθωνα με σκοπό την κοινωνική μέριμνα και την προστασία των ορφανών κοριτσιών. Ο ίδιος ο Όθωνας στήριξε ενεργά τη δημιουργία τέτοιων θεσμών, επιδιώκοντας να θεμελιώσει τη θρησκευτική και κοινωνική παιδεία στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.
Ο ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, που οικοδομήθηκε το 1857 εντός του προαύλιου χώρου, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της αρχιτεκτονικής και της πνευματικής κατεύθυνσης εκείνης της περιόδου.
Το «κρυμμένο» κειμήλιο της Στησιχώρου
Πέρα από τη σύνδεση με τη βασιλική ιστορία, ο ναός αποτελεί έναν ιδιαίτερο τόπο για την εθνική μνήμη. Εκεί φυλάσσονται, σε αργυρή και επίχρυση λήκυθο, οι βαλσαμωμένες καρδιές του Αλεξάνδρου και του Δημητρίου Υψηλάντη.
Πρόκειται για ένα Εθνικό Κειμήλιο που ελάχιστοι γνωρίζουν ότι βρίσκεται σε αυτό το σημείο (Η είσοδος του ναού βρίσκεται επί της οδού Στησιχώρου 6). Η Πριγκίπισσα Μαρία, πρώτη Πρόεδρος του Αμαλιείου (1855–1864) και σύζυγος του Γεωργίου Υψηλάντη, ήταν εκείνη που φρόντισε να τοποθετηθούν οι δύο καρδιές στον ναό, κρατώντας το γεγονός μυστικό για πολλά χρόνια.
Η τελευταία επιθυμία του πρίγκιπα Αλέξανδρου Υψηλάντη, που πέθανε στη Βιέννη το 1828, ήταν η καρδιά του να ταφεί στην Ελλάδα. Ο αδελφός του, Γεώργιος, εκπλήρωσε αυτό το τάμα, φέρνοντάς την αρχικά στον Ναό της Αγίας Ειρήνης το 1832, πριν βρει την οριστική της θέση στο ίδρυμα που έχτισαν ο Όθωνας και η Αμαλία.