Τα φάρμακα για την παχυσαρκία μπορεί να έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο πολλοί αντιμετωπίζουν την απώλεια βάρους, ωστόσο παραμένουν πιο αποτελεσματικά όταν συνδυάζονται με τις βασικές αρχές: ισορροπημένη διατροφή και άσκηση.

Μιλώντας στη New York Post, η γιατρός Meena Malhotra, με διπλή ειδίκευση στην Ιατρική της Παχυσαρκίας, αποκάλυψε ποιες είναι οι πρώτες διατροφικές αλλαγές που προτείνει στους ασθενείς της και ποιες τροφές πρέπει να περιορίσουν. Όπως επισημαίνει, δεν πρόκειται μόνο για τις «κλασικές» ανθυγιεινές επιλογές, αλλά και για τρόφιμα που πολλοί θεωρούν λανθασμένα ωφέλιμα.

Στην κορυφή της λίστας βρίσκονται οι επεξεργασμένοι υδατάνθρακες, όπως ψωμί, ζυμαρικά, noodles και αρτοσκευάσματα. «Έχουν πολύ υψηλό γλυκαιμικό φορτίο, αυξάνουν πολύ γρήγορα τη γλυκόζη και προκαλούν αύξηση της ινσουλίνης», εξηγεί. Αυτό σημαίνει ότι το σώμα μπαίνει σε «λειτουργία αποθήκευσης λίπους και όχι καύσης», αφού η ινσουλίνη είναι ορμόνη που ευνοεί την αποθήκευση λίπους. «Όταν τα μειώνεις, βλέπεις λιγότερο φούσκωμα, πιο σταθερή ενέργεια και σταδιακή απώλεια λίπους, ιδιαίτερα στην περιοχή της κοιλιάς», σημειώνει.

Πρωινό

Ακολουθούν τα ροφήματα με ζάχαρη, όπως αναψυκτικά, χυμοί και ενεργειακά ποτά. «Οι υγρές θερμίδες δεν προκαλούν κορεσμό», τονίζει, εξηγώντας ότι κάποιος μπορεί να καταναλώσει 200-300 θερμίδες χωρίς να χορτάσει. Επιπλέον, «η φρουκτόζη δρα στο ήπαρ όπως το αλκοόλ και οδηγεί σε λιπώδες ήπαρ και αντίσταση στην ινσουλίνη». Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στους χυμούς φρούτων: «Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι είναι υγιεινοί, αλλά στην πραγματικότητα είναι από τα χειρότερα για τη μεταβολική υγεία», καθώς χωρίς τις φυτικές ίνες «είναι ουσιαστικά ζάχαρη που απορροφάται πολύ γρήγορα». Όπως διευκρινίζει, «το ολόκληρο φρούτο είναι εντάξει, αλλά ο χυμός είναι το πρόβλημα», ακόμα και όταν πρόκειται για «πράσινους» χυμούς.

Σημαντικό ρόλο παίζουν και τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, όπως τσιπς, συσκευασμένα σνακ και fast food. Αυτά «είναι πλούσια σε επεξεργασμένους υδατάνθρακες, ανθυγιεινά λιπαρά και συντηρητικά», ενώ «έχουν πολλές θερμίδες αλλά ελάχιστη θρεπτική αξία». Παράλληλα, «επηρεάζουν τα σήματα πείνας, με αποτέλεσμα να τρως περισσότερο», κάτι που οδηγεί σε υπερκατανάλωση. «Όταν οι ασθενείς τα μειώνουν, οι λιγούρες περιορίζονται σημαντικά και αισθάνονται περισσότερο έλεγχο στη διατροφή τους», αναφέρει.

Στη λίστα περιλαμβάνονται και τα μη βιολογικά ζωικά προϊόντα, όπως επεξεργασμένα κρέατα και μη βιολογικά γαλακτοκομικά. «Συχνά περιέχουν ορμόνες και ουσίες που προκαλούν φλεγμονή», σημειώνει, κάτι που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά το ορμονικό σύστημα και να συμβάλει στην αύξηση βάρους. Για τον λόγο αυτό προτείνει την επιλογή πιο «καθαρών» πηγών ή τον περιορισμό της κατανάλωσής τους.

Τέλος, προειδοποιεί για τα λεγόμενα «υγιεινά» συσκευασμένα προϊόντα, όπως μπάρες δημητριακών ή πρωτεΐνης, αρωματισμένα γιαούρτια και gluten-free σνακ. «Το ότι φαίνεται υγιεινό δεν σημαίνει ότι είναι», τονίζει, καθώς συχνά περιέχουν κρυμμένα σάκχαρα, επεξεργασμένους υδατάνθρακες ή υποκατάστατα ζάχαρης. «Ακόμα και αν οι θερμίδες είναι χαμηλές, αυξάνουν τη γλυκόζη και την ινσουλίνη», εξηγεί. «Με τον καιρό αυτό κρατά το σώμα σε κατάσταση αποθήκευσης λίπους και αυξάνει την πείνα». Όπως καταλήγει, όταν οι ασθενείς τα αποφεύγουν, «παρατηρούν λιγότερες λιγούρες και πιο σταθερά επίπεδα ενέργειας μέσα στην ημέρα».