Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ δεν μιλούσε «για να ακουστεί». Μιλούσε για να ξεκαθαρίσει, να κόψει το περιττό, να αφήσει την ουσία να σταθεί μόνη της. Γι’ αυτό και, περισσότερο από τα αξιώματα, έμειναν οι φράσεις της, κοφτές και ακριβείς, σαν μικρά μαθήματα μέσα σε μία πρόταση. Σε τηλεφωνική συνέντευξη που έχει καταγραφεί και αναδημοσιευτεί, όταν ο δημοσιογράφος πήγε να την ευχαριστήσει, τον διέκοψε με το χαρακτηριστικό της ύφος: «Ξέχασε τα ευχαριστώ. Έχουμε πολλά να πούμε.»

Και όταν ήθελε να συμπυκνώσει τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε τη ζωή και την Ιστορία, προτιμούσε να βάζει ένα «μαχαίρι» στη φλυαρία. Σε δημόσια αποσπάσματα που κυκλοφορούν από συνεντεύξεις της, υπάρχει η αυτοτοποθέτηση: «Γεννήθηκα και θα πεθάνω Αριστερή».

Με την ΕΠΟΝ «στα χέρια» και την Ιστορία «στο στόμα»

Στα χρόνια της Κατοχής, η ίδια δεν ωραιοποίησε τίποτα. Το έλεγε απλά, σαν γεγονός. Από τις πιο χαρακτηριστικές της ατάκες για εκείνη την περίοδο είναι η φράση: «Η Αντίσταση με έκανε αυτό που είμαι». Θυμόταν πώς μπήκε σε μαθητική ομάδα Αντίστασης, με την ίδια να το λέει χωρίς στόμφο: «Εγώ πρώτη και καλύτερη». Και περιέγραφε τον ρόλο της με χειροπιαστή λεπτομέρεια: «Μου έδιναν τα κρυφά φυλλάδια για να τα πάω σε διάφορα μέρη».

Σε αυτή τη «μαθητεία» της εποχής, η Ιστορία δεν ήταν θεωρία. Ήταν βίωμα. Είναι και ο λόγος που, αργότερα, όταν μιλούσε για την αξία της ιστορικής γνώσης, επέμενε να την βλέπει ως εργαλείο κρίσης, όχι ως παρηγοριά. Σημείωση ακρίβειας: κυκλοφορούν και άλλες φράσεις που αποδίδονται συχνά στην ίδια, όπως «Η Ιστορία δεν γράφεται για να μας παρηγορεί, αλλά για να μας μαθαίνει», όμως σε γρήγορο έλεγχο δεν εντοπίζεται εύκολα πρωτογενής καταγραφή της συγκεκριμένης διατύπωσης σε αξιόπιστη πηγή.

Στη Σορβόννη, με το «καμιά τρελή θα ’ναι» και το ’68 να έρχεται

Στη Γαλλία, εκεί όπου εγκαταστάθηκε για σπουδές και έρευνα, η Αρβελέρ περιέγραφε τα πρώτα της βήματα με χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Για την πρώτη της επαφή με φοιτητές, θυμόταν: «Ήμουν τότε νέα, όμορφη, άκουγαν και την προφορά μου… “Καμιά τρελή θα ‘ναι”, μπορεί να σκέφτονταν». Και το συμπλήρωνε χωρίς να χαρίζεται στον εαυτό της: «Κατάλαβα ότι δεν με πίστευαν».

Η συνέχεια ήταν μια σκηνή που δείχνει πόσο «ιεραρχικό» ήταν το πανεπιστήμιο. Ο φίλος και συνάδελφός της Μπερνάρ Γκενέ τής το είπε ωμά: «Ελένη, εδώ δεν λέμε καλημέρα, παρά μόνον στους υφηγητές. Μόνο οι βοηθοί διδάσκουν στα πρώτα έτη· οι καθηγητές στα μεταπτυχιακά». Και εκείνη, με μια φράση που μοιάζει να συμπυκνώνει το κλίμα που έβραζε, κατέληγε: «Ε, μετά από έναν χρόνο έγινε το ’68. Καταλαβαίνετε γιατί…».

Αργότερα, όταν η πορεία της την έφερε να σπάσει «οροφές» που για άλλους ήταν κανόνας, δεν της άρεσαν οι θριαμβολογίες. Σε παλαιότερες αφηγήσεις της (όπως αποσπάσματα που κυκλοφορούν σε συνεντεύξεις) εμφανίζεται η σκέψη ότι η ουσία είναι η γνώση και η ευθύνη, όχι οι τίτλοι. Και εδώ, όμως, η ακριβής φράση «Οι τίτλοι δεν έχουν αξία αν δεν υπηρετούν τη γνώση» κυκλοφορεί συχνά χωρίς να εντοπίζεται εύκολα πρωτογενές απόσπασμα.

Με τον Μιτεράν στο τραπέζι και το «όχι» της Μακεδονίας

Από τις πιο κινηματογραφικές ιστορίες που αφηγήθηκε η ίδια είναι εκείνη του 1983, σε ταξίδι όπου συνόδευε τον Φρανσουά Μιτεράν. Η σκηνή έχει τη δύναμη του πραγματικού χρόνου: ο υπουργός Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας μιλά, ο Κλοντ Σεϊσόν μεταφέρει, και ο Μιτεράν ακούει μια βαριά σύγκριση. «Ο Μιτεράν με κοιτάζει – δεν ήξεραν ότι είμαι Ελληνίδα – του γνέφω “όχι, δεν είναι έτσι”». Και όταν της ζητούσαν πολιτικές συγκρίσεις, δεν δίσταζε να δώσει «σκληρή» αξιολόγηση με καθαρές αναλογίες: «Τον Καραμανλή θα τον συνέκρινα με τον Ντε Γκωλ· τον Ανδρέα με τον Μιτεράν, που τον θεωρώ από τους μεγάλους πολιτικούς, και ανακαινιστή».

Ο άντρας της, οι φίλοι της, οι «μεγάλες σχέσεις»

Για τον σύζυγό της, Ζακ Αρβελέρ, μιλούσε με τρυφερή ευθύτητα και εκείνο το χιούμορ που δεν «χαρίζει» ροζ φίλτρα. Έχει καταγραφεί να λέει: «Τη φαντασία την έχω εγώ, την καλή καρδιά ο άντρας μου!».

Και όταν τη ρωτούσαν ποιος τη στήριξε σε μια πορεία που έμοιαζε αδιανόητη για μια Ελληνίδα της εποχής, το έλεγε καθαρά: «Ο σύζυγός μου, βεβαίως, γιατί, κατά πρώτον, με τον γάμο μας με έκανε Γαλλίδα». Με την ίδια αυτοσαρκαστική ειλικρίνεια πρόσθετε: «Παντρεύτηκα άνδρα με… μεγάλη προίκα!».

Στην ίδια αφήγηση άφηνε και ένα ίχνος για τον κύκλο της στο Παρίσι: «Ήταν πολύ φίλος με την Μποβουάρ, με τον συγγραφέα Κλωντ Ρουά, με τον Αραγκόν και άλλους». Και, όταν ήθελε να «κατεβάσει» τους μεγάλους ανθρώπους στο ανθρώπινο μέτρο, έλεγε ιστορίες που έμοιαζαν με μικρές σκηνές ταινίας, όπως εκείνη με τον Χρήστο Λαμπράκη που κατέληξε να βρίσκονται «στην πισίνα με τα ρούχα».

Ο Χατζιδάκις και το «Για την Ελένη»

Η σχέση της με τον πολιτισμό δεν ήταν ποτέ διακοσμητική. Το τραγούδι «Για την Ελένη» συνδέθηκε με τον Μάνο Χατζιδάκι και τον δίσκο «Τραγούδια για την Ελένη». Ακόμα κι αν το συγκεκριμένο επεισόδιο κινείται συχνά ανάμεσα σε αφηγήσεις και παραλλαγές, η ουσία του έχει μια αξία: δείχνει πώς μια βυζαντινολόγος έγινε, με τρόπο παράδοξο, πρόσωπο που άγγιξε και την πολιτισμική μνήμη.

Η Ιστορία ως μέτρο και η φωνή της στον δημόσιο χώρο

Η Αρβελέρ είχε τον τρόπο να «σφίγγει» μια ιδέα μέσα σε δύο προτάσεις. Κυκλοφορούν πολλά αποσπάσματα με ατάκες της που δείχνουν αυτό το ύφος, όπως «Η Ιστορία δεν γράφεται μόνη της» και «Η ιστορία γράφεται από τους νικητές μόνο αν τους αφήσουμε». Υπάρχει επίσης η ατάκα: «Αν διευθύνουν οι ανίκανοι, τότε φταίνε οι ικανοί», που έχει αναδημοσιευτεί ευρέως ως χαρακτηριστικό της πολιτικής της σκέψης.

Παράλληλα, σε καταγραφές/αποσπάσματα που κυκλοφορούν από ομιλίες της για τη νέα γενιά, εμφανίζονται θέσεις όπως ότι οι νέοι χρειάζονται στόχο, ότι η διαμαρτυρία έχει όρια και ότι μπροστά στα παιδιά πρέπει να είσαι παραδειγματικός.

Σημείωση ακρίβειας, επειδή ζήτησες να μη χαθεί τίποτα: στο προηγούμενο κείμενο είχαν ενσωματωθεί και φράσεις όπως «Το Βυζάντιο δεν είναι μύθος, είναι τρόπος οργάνωσης της εξουσίας και της κοινωνίας», «Δεν κινδυνεύουμε από την έλλειψη παρελθόντος, αλλά από την κακή χρήση του», «Οι νέοι δεν χρειάζονται συμβουλές· χρειάζονται ευκαιρίες να σκεφτούν», «Να μη φοβάστε τη δυσκολία. Η ευκολία δεν έγραψε ποτέ ιστορία» και «Ό,τι αξίζει στην Ιστορία είναι αυτό που αντέχει στον χρόνο». Τις κρατώ, όπως ζήτησες, όμως σε γρήγορο έλεγχο δεν προκύπτει εύκολα πρωτογενής δημοσίευση που να τις τεκμηριώνει λέξη προς λέξη.

Τελικά, το νήμα που ενώνει την ΕΠΟΝ, το Παρίσι, τη Σορβόννη, τον Μιτεράν, τον κύκλο των μεγάλων ονομάτων, τον άντρα της και τις δημόσιες παρεμβάσεις της, είναι η ίδια εμμονή: να μη θολώνει η Ιστορία από ευκολίες. Να μη γίνεται άλλοθι. Να μη γίνεται «μύθος» όταν μπορεί να γίνει γνώση. Και μέσα σε αυτό, η πιο χαρακτηριστική της κίνηση, σαν υπογραφή, μένει εκείνη η κοφτή υπενθύμιση, μισή προσταγή και μισό χαμόγελο: «Ξέχασε τα ευχαριστώ. Έχουμε πολλά να πούμε.»