Η είδηση ότι η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ έφυγε από τη ζωή στα 99 της, κλείνει έναν κύκλο που έμοιαζε σχεδόν «ανεξάντλητος». Όχι γιατί ήταν αθάνατη ως πρόσωπο, αλλά γιατί για δεκαετίες υπήρξε κάτι σπάνιο: μια ιστορικός που μπορούσε να σταθεί ταυτόχρονα ως ερευνήτρια πρώτης γραμμής, ως θεσμική προσωπικότητα της γαλλικής πανεπιστημιακής ζωής και ως δημόσια φωνή που μιλούσε για την Ιστορία με την ακρίβεια του τεκμηρίου και τη θερμοκρασία της εμπειρίας. Ο θάνατός της ανακοινώθηκε σήμερα, 16 Φεβρουαρίου 2026.
Για όσους ξέρουν «τι εστί» Αρβελέρ, η απώλεια δεν είναι μόνο συμβολική. Είναι το τέλος μιας παρουσίας που έβαζε τάξη σε δύσκολες έννοιες: τι είναι κράτος, τι είναι πολιτισμική συνέχεια, πώς επιβιώνει μια αυτοκρατορία, πώς γράφεται η Ιστορία χωρίς να γίνεται άλλοθι. Και πάνω απ’ όλα: πώς μιλάς για το Βυζάντιο χωρίς να το μετατρέπεις σε καρτ-ποστάλ, χωρίς να το φυλακίζεις σε εθνικούς μύθους.
Η Αρβελέρ και η Ελλάδα που την έφτιαξε
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 1926, από Μικρασιάτες γονείς. Οι ρίζες αυτές δεν ήταν απλώς βιογραφική σημείωση. Ήταν μια «εσωτερική γεωγραφία» απώλειας και επιβίωσης, που συχνά βοηθά να καταλάβει κανείς γιατί, αργότερα, θα την απασχολήσουν τόσο πολύ τα κράτη που αντέχουν, οι κοινωνίες που μεταμορφώνονται, οι θεσμοί που κρατούν μια κοινότητα όρθια.
«Είμαι γεννημένη στο 21 της οδού Κολοκοτρώνη. Τότε, βέβαια, λεγόταν οδός Κοινωνίας των Εθνών, ύστερα Ιωάννου Μεταξά και μετά έγινε πάλι Κολοκοτρώνη. Αυτό για εμένα είναι η σύμπτυξη της ιστορικής μοίρας των λαών, που αλλάζουν τα καθεστώτα, τους συμμάχους και την ιστορία τους την ίδια». Το σπίτι στον Βύρωνα δεν είχε θέρμανση. Αλλά είχε βαβούρα – έξι παιδιά έτρωγαν στο ίδιο τραπέζι και μοιράζονταν ένα δωμάτιο.

Έμαθε να γράφει και να διαβάζει πριν πάει στο σχολείο, ακούγοντας τα αδέλφια της. Κυρίως τον μεγάλο που, επειδή ήταν και κομψός, τον φώναζαν «κόμη Μόντε Χρήστο». Τα βιβλία που μετά έφθαναν στα χέρια της έπρεπε να μην ανήκουν πια σε κανέναν άλλο, για να μπορεί να τα έχει δικά της. «Η μάνα μου είχε μια ράφτρα στη Φιλολάου, ήταν εξοχή εκεί, κι όπως πηγαίναμε μια μέρα και τα παράθυρα ήταν ανοιχτά, γιατί είχε καλό καιρό –τι εικόνα κι αυτή!–, είδα σ’ ένα σπίτι μια βιβλιοθήκη. Ανέβηκα λίγο στο τοιχάκι, κρατήθηκα από το πρεβάζι στο παράθυρο και σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου, να θαυμάσω την πρώτη βιβλιοθήκη που έβλεπα – τι ωραίο πράγμα!».
Στα χρόνια της Κατοχής εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ, με ρόλο ευθύνης στο Παγκράτι, και έζησε από κοντά την πυκνή, οδυνηρή εμπειρία των Δεκεμβριανών και της μετεμφυλιακής αποσυμπίεσης. Είναι από εκείνες τις λεπτομέρειες που δεν «στολίζουν» έναν βίο, τον εξηγούν: πριν γίνει «η μεγάλη κυρία» της Σορβόννης, υπήρξε μια νεαρή Αθηναία που έμαθε τι σημαίνει φόβος, τι σημαίνει επιλογή, τι σημαίνει να πληρώνεις το κόστος των ιδεών.
Η ίδια αφηγείται πώς βρέθηκε στο βουνό μετά τον Δεκέμβρη του 1944, μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι: «Με τα Δεκεμβριανά, φεύγουμε μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Χρήστο Πασαλάρη και άλλους για το βουνό. Πάνω από τον Υμηττό πέφτουμε μετά στην Παιανία, όπου καπετάνιος ήταν ο Ορέστης. Όταν μας διώχνουν και από εκεί, με τα πόδια καταλήγουμε στην Κυψέλη. Στην Κυψέλη γνωρίζομαι με τον Γιάννη Ξενάκη, με τον οποίο έγινα πολύ φίλη και μετά, στο Παρίσι. Μένουμε στο σπίτι ενός δωσίλογου, ώσπου να φύγουμε πια για να πάμε Σκούρτα, Λαμία και παραπάνω όταν ήρθαν οι Εγγλέζοι. Σε αυτό το σπίτι υπάρχει ένας Δον Κιχώτης του Θερβάντες κι ένας Καβάφης άκοπος. Λοιπόν, έφυγα στο βουνό με τον Θερβάντες και τον Καβάφη» (από το «Μια ζωή χωρίς άλλοθι», εκδ. Μεταίχμιο).
Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε ως ερευνήτρια στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (1949-1953). Εκεί, στη δουλειά του αρχείου και της μαρτυρίας, χτίζεται συχνά η σπονδυλική στήλη ενός ιστορικού.

Η Αρβελέρ στη Γαλλία και η Σορβόννη
Το 1953 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές της. Πολύ γρήγορα εντάχθηκε στο CNRS, και από εκεί άρχισε η κλιμάκωση μιας καριέρας που δεν έμοιαζε «κανονική» ούτε για τα γαλλικά μέτρα, πόσο μάλλον για μια Ελληνίδα της εποχής.
Το 1966 απέκτησε το doctorat ès lettres με τη μελέτη της για το Βυζάντιο και τη θάλασσα, που εκδόθηκε ως «Το Βυζάντιο και η θάλασσα» από τις Presses universitaires de France. Αυτό το βιβλίο δεν ήταν ένα ακόμη ακαδημαϊκό έργο. Έβαλε στο κέντρο της συζήτησης τη θάλασσα ως πολιτικό και θεσμικό πεδίο, ως χώρο ισχύος, και όχι ως ρομαντικό φόντο.
Το πρώτο μέλημά της μόλις διορίστηκε ήταν να συναντήσει τους μελλοντικούς φοιτητές της. «Παιδιά, ήρθα να δούμε τι θα κάνουμε εφέτος, είμαι η καθηγήτρια στα Βυζαντινά», τους είπε. Εκείνοι την κοίταζαν με δυσπιστία: «Ημουν τότε νέα, όμορφη, άκουγαν και την προφορά μου… ”Kαμιά τρελή θα ‘ναι”, μπορεί να σκέφτονταν. Κατάλαβα ότι δεν με πίστευαν. “Ελάτε στο γραφείο μου, να τα πούμε εκεί”, επέμεινα. Επειτα από λίγη ώρα, ήρθαν πέντε γελαστοί – τους άνοιξα την πόρτα, ήταν λίγο αμήχανοι. Κάθισαν, συζητήσαμε τα θέματα που τους απασχολούσαν και φεύγοντας έδειξαν τον δέοντα σεβασμό. Μια εβδομάδα μετά, έχουμε συμβούλιο. “Κυρία Αρβελέρ, πήγατε και είδατε τους φοιτητές;”, μου λέει ο κοσμήτορας. Με σκουντάει ο φίλος συνάδελφος Μπερνάρ Γκενέ, ο μεγάλος ακαδημαϊκός: “Ελένη, εδώ δεν λέμε καλημέρα, παρά μόνον στους υφηγητές. Μόνο οι βοηθοί διδάσκουν στα πρώτα έτη· οι καθηγητές στα μεταπτυχιακά”. Ε, μετά από έναν χρόνο έγινε το ’68. Καταλαβαίνετε γιατί…».

Στη Σορβόννη έγινε καθηγήτρια και ανέλαβε θέσεις ευθύνης, μέχρι το ιστορικό ορόσημο: το 1976 έγινε πρύτανης στο Paris I (Panthéon-Sorbonne), η πρώτη γυναίκα σε τέτοια θέση στην ιστορία αιώνων του ιδρύματος, όπως καταγράφεται και στα βιογραφικά της στοιχεία.
Η γαλλική δημόσια ζωή δεν την κράτησε απ’ έξω. Βρέθηκε στην κορυφή της εκπαιδευτικής διοίκησης ως recteur de l’académie de Paris, σε μια περίοδο που το πανεπιστήμιο στη Γαλλία ήταν ένας κόσμος πολιτικής, θεσμών και κοινωνικών εντάσεων.
Το 1983 (ο Τίτο μόλις έχει πεθάνει), ο Φρανσουά Μιτεράν ταξιδεύει στο Βελιγράδι και τον συνοδεύουν ο Φρανσουά Μαρί Μπανιέ, o υπουργός Εξωτερικών Κλοντ Σεϊσόν, ο Ζακ Ατταλί και η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, που θα υπογράψει συμβάσεις με τα εκεί πανεπιστήμια.
«Οπως τρώμε, δίπλα μου κάθεται ο υπουργός Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας που μιλάει με τον Σεϊσόν, και εκείνος, με τη σειρά του, λέει στον Μιτεράν: ”Κύριε πρόεδρε, ακούσατε αυτό που λέει ο συνάδελφός μου, ότι οι Μακεδόνες είναι σαν τους Παλαιστινίους και οι Ελληνες σαν τους Ισραηλινούς; Τους διώξανε, τους πήραν τα χωράφια τους, όλα τα πήραν και πρέπει να κάνουμε κάτι γι’ αυτούς”. Ο Μιτεράν με κοιτάζει –δεν ήξεραν ότι είμαι Eλληνίδα– του γνέφω ”όχι, δεν είναι έτσι”. Κι εκείνος απαντά αμέσως: ”Σεϊσόν, μη σας νοιάζει”. Λίγες μέρες μετά, στο ίδιο ταξίδι, μου ανακοινώνουν ότι το Πανεπιστήμιο των Σκοπίων θέλει να με κάνει επίτιμη διδάκτορα. Λέω: ”Όχι, ευχαριστώ”. ”Πώς όχι;”, Του λένε. ”Είμαι επίτιμη διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου”, απαντώ, ”και θεωρώ ότι το Βελιγράδι καλύπτει όλη τη Γιουγκοσλαβία”».
Και το 1989 ανέλαβε την προεδρία του Centre Pompidou, μια θέση που δείχνει πόσο «ορατή» ήταν πλέον, όχι μόνο ως ειδικός του Βυζαντίου αλλά ως δημόσια διανοούμενη με κύρος. Στα προσωπικά της, στη Γαλλία γνώρισε τον Ζακ Αρβελέρ (1918-2010), αξιωματικό του Γαλλικού Πολεμικού Ναυτικού, με τον οποίο απέκτησαν μία κόρη.

Το Βυζάντιο της Αρβελέρ και η «σκληρή» γοητεία της Ιστορίας
Αν πρέπει να περιγραφεί σε μία φράση η συμβολή της στη βυζαντινολογία, είναι αυτή: έκανε το Βυζάντιο πολιτικό και απτό, χωρίς να το απογυμνώσει από τη σύνθετη πνευματικότητά του. Ο λόγος της δεν κυνηγούσε το επιφαινόμενο. Κυνηγούσε τον μηχανισμό.
Στο «Το Βυζάντιο και η θάλασσα» έδειξε πώς η ναυτική ισχύς, οι θεσμοί και η στρατηγική δεν είναι «λεπτομέρειες», αλλά αρτηρίες ενός κράτους που επιβιώνει σε ένα σκληρό γεωπολιτικό περιβάλλον. Στην «πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» άνοιξε ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα: πώς συγκροτείται η πολιτική ιδεολογία μιας αυτοκρατορίας, πώς νομιμοποιείται η εξουσία, πώς συνομιλούν θρησκεία, κράτος και κοινωνία. Το έργο αυτό καταγράφεται στα βασικά της βιβλία και παραμένει σημείο αναφοράς για την πολιτική ανάγνωση του Βυζαντίου.
Η Αρβελέρ είχε μια σχεδόν «αντι-νοσταλγική» στάση απέναντι στο αντικείμενό της. Δεν της άρεσε το Βυζάντιο ως καταφύγιο. Της άρεσε ως πεδίο μάθησης. Αυτός είναι και ο λόγος που σε νεότερες παρεμβάσεις της έδειχνε συχνά καχυποψία απέναντι σε βεβαιότητες που παρουσιάζονται ως «μία και μοναδική λύση» ή ως αδιαμφισβήτητο ιστορικό μάθημα.
Υπήρξε, επίσης, μια μορφή που έφερνε την Ιστορία σε διάλογο με την ηθική της επιστήμης και της κοινωνίας. Η συμμετοχή της σε θεσμούς όπως επιτροπές δεοντολογίας στο γαλλικό ερευνητικό περιβάλλον έχει αποτυπωθεί και σε ειδικές συνεντεύξεις/κείμενα που τη δείχνουν έξω από τα «στενά» της βυζαντινολογίας.

Η φωνή της Αρβελέρ και οι μικρές σκηνές που τη ζωγραφίζουν
Υπάρχει μια στιγμή, σε τηλεφωνική συνέντευξη που παραχώρησε, που λειτουργεί σαν πορτρέτο μέσα σε μια γραμμή. Ο δημοσιογράφος την ευχαριστεί και εκείνη τον κόβει: «Ξέχασε τα ευχαριστώ. Έχουμε πολλά να πούμε». Είναι η Αρβελέρ όπως την αναγνώριζαν όσοι την άκουγαν: ευθεία, ανυπόμονη με τα περιττά, προσηλωμένη στην ουσία.
Σε μια γαλλική συνέντευξη-πορτρέτο που δημοσίευσε το L’Express, τη συναντάς ως «την πιο Αθηναία από τις Παριζιάνες», με διπλή κουλτούρα και διαδρομή που ενώνει τον βράχο της Ακρόπολης με τους θεσμούς του γαλλικού κράτους. Είναι ο τρόπος που την «διάβαζε» και η Γαλλία: όχι ως εξωτικό εισαγόμενο, αλλά ως πρόσωπο που έγινε μέρος του γαλλικού πνευματικού τοπίου.
Και υπάρχει και η ελληνική της δημόσια παρουσία, πολύ αργότερα, όταν σε τιμητικές εκδηλώσεις μιλούσε για τη νέα γενιά με μια αισιοδοξία που δεν ήταν ρητορική ευγένεια. Η καταγραφή της ΕΡΤ από τέτοια εκδήλωση κρατά αυτό το στίγμα: ευχαριστεί, αλλά γυρίζει αμέσως στο νόημα, στο «τι κάνουμε από εδώ και πέρα».
Όποιος την είχε δει να μιλά, θυμάται και κάτι ακόμη: το ύφος της δεν άφηνε χώρο για «ευκολίες». Η Ιστορία, στα χέρια της, δεν ήταν ούτε ψυχρό εργαλείο ούτε συγκινησιακό άλλοθι. Ήταν πειθαρχία. Και ταυτόχρονα, ήταν μια προσωπική εμπειρία ζωής, κάτι που φαίνεται και σε μεταγενέστερες αφηγηματικές προσεγγίσεις συνεντεύξεών της.
Η κληρονομιά της Αρβελέρ και το μέτρο της απουσίας
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ έφυγε, αλλά άφησε πίσω της κάτι πιο ανθεκτικό από τη δημόσια φήμη: έναν τρόπο να μιλάμε για το Βυζάντιο, άρα και για εμάς. Όχι με τη φωνή της αυτοεπιβεβαίωσης, αλλά με τη φωνή της κατανόησης.
Άφησε ένα έργο που δείχνει πώς η βυζαντινολογία δεν είναι «ειδικότητα για λίγους», όταν γίνεται σωστά. Είναι κλειδί για να διαβάσεις την Ευρώπη, τη Μεσόγειο, τις ταυτότητες, τις συγκρούσεις, την έννοια του κράτους.

Στα ελληνικά, τα πιο διαβασμένα βιβλία της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ λειτουργούν σαν «κλειδιά» για να μπεις στο Βυζάντιο χωρίς ρομαντικές ωραιοποιήσεις. Η «πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» είναι το πιο αυστηρό της έργο για το ευρύ κοινό και το πιο «εργαλειακό» για όποιον θέλει να καταλάβει πώς νομιμοποιείται η εξουσία, πώς χτίζεται ο μύθος της Κωνσταντινούπολης και πώς η αυτοκρατορία σκέφτεται τον εαυτό της. Η δύναμή του είναι η συμπύκνωση: δεν πλατειάζει, δεν χαρίζεται, σε αναγκάζει να δεις το Βυζάντιο ως πολιτικό σύστημα. Το μειονέκτημά του, για μη ειδικούς, είναι ακριβώς αυτό: η πυκνότητα και η «ψυχρή» πειθαρχία του, που απαιτεί προσοχή.
Το «Γιατί το Βυζάντιο» είναι το πιο φιλικό της «εισαγωγικό» ανάγνωσμα: λιγότερο τεχνικό, πιο αφηγηματικό, με στόχο να δείξει γιατί το Βυζάντιο αξίζει να διαβάζεται ως ευρωπαϊκή ιστορία, όχι ως υποσημείωση. Εκεί κερδίζει σε ρυθμό και καθαρότητα, αλλά αναπόφευκτα χάνει σε λεπτομέρεια σε σχέση με τα αμιγώς επιστημονικά της.
Τέλος, στο «Πόσο Ελληνικό είναι το Βυζάντιο» η Αρβελέρ κάνει κάτι σπάνιο: αποσυνδέει την ιστορία από τη σημαία, χωρίς να ακυρώνει την ελληνική διάσταση. Είναι βιβλίο που «σπάει» βολικές βεβαιότητες, με κριτικό πνεύμα και καθαρή γλώσσα.
Άφησε, επίσης, ένα προηγούμενο: μια Ελληνίδα που έγινε πρύτανις στη Σορβόννη, λέκτορας της Ακαδημίας του Παρισιού, πρόεδρος του Centre Pompidou. Όχι ως «παράδειγμα ενδυνάμωσης» σε αφίσα, αλλά ως σκληρό, χειροπιαστό γεγονός ιστορίας των θεσμών.
Και άφησε εκείνο το σπάνιο αποτύπωμα που έχουν μόνο όσοι δεν έκαναν εκπτώσεις: σεβασμό από τους ειδικούς, εμπιστοσύνη από το ευρύ κοινό, και μια σκιά αυστηρότητας που, τελικά, ήταν μορφή τρυφερότητας προς την αλήθεια.
Σήμερα, που η απώλειά της καταγράφηκε ως είδηση, φαίνεται καθαρά τι ήταν: ένας άνθρωπος που δεν επέτρεψε στο Βυζάντιο να μετατραπεί σε θόρυβος. Το κράτησε στο βάθρο της Ιστορίας.