Από την πρώτη κιόλας ημέρα του πολέμου που μαίνεται αυτή τη στιγμή στη Μέση Ανατολή, ο ισραηλινός στρατός, σε πλήρη συντονισμό με την Ουάσιγκτον, εξαπέλυσε ένα μαζικό «πλήγμα» κατά της ηγεσίας του Ιράν.
Η στρατηγική πίσω από αυτή την επίθεση ήταν ξεκάθαρη: αν εξουδετέρωναν την ηγεσία της Ισλαμικής Δημοκρατίας, το οικοδόμημα θα κατέρρεε.
Ωστόσο, το ριψοκίνδυνο αυτό εγχείρημα δεν εξελίχθηκε όπως αναμενόταν. Μία εβδομάδα μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, το Ιράν συνεχίζει να μάχεται. Παρά την απώλεια του Ανώτατου Ηγέτη του και αρκετών κορυφαίων στρατιωτικών αξιωματούχων, η πολεμική μηχανή της χώρας δεν έχει καταρρεύσει. Οι ιρανικές δυνάμεις συνεχίζουν να εκτοξεύουν πυραύλους κατά ισραηλινών στόχων και να πλήττουν αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις σε ολόκληρη την περιοχή.
Αν και ο ρυθμός των πυραυλικών εκτοξεύσεων έχει μειωθεί, οι επιθέσεις δεν έχουν σταματήσει. Το Ισραήλ συνεχίζει να αναχαιτίζει πολλά από αυτά τα πλήγματα, όμως τα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας, μαζί με τους αμερικανικούς αναχαιτιστές που έχουν αναπτυχθεί στην περιοχή, υφίστανται σταδιακή εξάντληση των αποθεμάτων τους.
Την ίδια στιγμή, η σύγκρουση επεκτείνεται σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Αμερικανικές βάσεις δέχονται επαναλαμβανόμενες επιθέσεις, ενώ το Ισραήλ παραμένει υπό συνεχή πυρά. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν εκτοξευθεί, καθώς εντείνονται οι φόβοι ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να διακόψει την παγκόσμια ροή ενέργειας μέσω του Περσικού Κόλπου. Όσο περισσότερο διαρκεί η σύγκρουση, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος η αστάθεια να εξαπλωθεί πέρα από το πεδίο της μάχης.
«Αν το αρχικό πλήγμα είχε ως στόχο τον γρήγορο τερματισμό του πολέμου, είναι σαφές ότι απέτυχε», γράφει στο Foreign Policy ο Άρας Ρεϊσινεζάντ, επισκέπτης επίκουρος καθηγητής στη Σχολή Φλέτσερ του Πανεπιστημίου Ταφτς.

Η στρατηγική του Ιράν
Ο Ρεϊσινεζάντ αναφέρει πως εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες, το Ιράν ακολουθεί μια στρατηγική εθνικής ασφάλειας που μπορεί να περιγραφεί ως «ελεγχόμενη κλιμάκωση». Αντί να επιδιώκει τη σταθερότητα με κάθε κόστος, η Τεχεράνη συχνά ανέχεται ένα ελεγχόμενο επίπεδο περιφερειακής αστάθειας για να αποτρέψει τους αντιπάλους της και να διατηρήσει τη στρατηγική της επιρροή.
Από την οπτική γωνία του Ιράν, η ίδια η ανθεκτικότητα λειτουργεί ως στρατηγικό όπλο. Το Ιράν δεν χρειάζεται να νικήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια συμβατική στρατιωτική αναμέτρηση. Μια τέτοια νίκη δεν είναι ούτε ρεαλιστική ούτε απαραίτητη, σύμφωνα με τον Ρεϊσινεζάντ. Αντίθετα, ο στρατηγικός στόχος της Τεχεράνης είναι να παρατείνει τη σύγκρουση όσο χρειάζεται ώστε να αναδιαμορφώσει το ευρύτερο στρατηγικό περιβάλλον και να ασκήσει πίεση σε πολλαπλά επίπεδα: στις ενεργειακές αγορές, στη ναυτιλία, στις περιφερειακές συμμαχίες και στην εσωτερική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ και των εταίρων τους.
Με άλλα λόγια, η στρατηγική του Ιράν είναι σχεδιασμένη να μετατρέψει τον πόλεμο από μια αναμέτρηση στο πεδίο των μαχών σε ένα πολυδιάστατο γεωπολιτικό και οικονομικό σοκ, αποκτώντας σταδιακά πλεονεκτήματα παρά το στρατιωτικό του μειονέκτημα.
Ακόμα και περιορισμένες διαταραχές στη ναυτιλία μέσω των Στενών του Ορμούζ μπορούν να προκαλέσουν τριγμούς στις παγκόσμιες αγορές. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές αντιδρούν ακαριαία στους αντιλαμβανόμενους κινδύνους. Οι τιμές του αργού πετρελαίου τύπου Brent έφτασαν τις προηγούμενες ημέρες κοντά στα 120 δολάρια ανά βαρέλι πριν μειωθούν ξανά.
Ουσιαστικά το Ιράν δεν χρειάζεται να κλείσει μόνιμα τα Στενά του Ορμούζ για να προκαλέσει αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία που βλάπτουν τους αντιπάλους του. Ακόμα και οι προσωρινές διαταραχές, η αύξηση του κόστους ασφάλισης και ο αυξημένος κίνδυνος αρκούν για να επηρεάσουν τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.
Ο Ρεϊσινεζάντ εξηγεί πως, υπό αυτή την έννοια, ο πόλεμος δεν περιορίζεται στους αιθέρες πάνω από τη Μέση Ανατολή, αλλά εξελίσσεται στις θαλάσσιες οδούς, στις ασφαλιστικές αγορές και στα στρατηγικά σημεία που στηρίζουν το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα.

Η ασυμμετρία της σύγκρουσης και τα δομικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου πολέμου
Η οικονομική ασυμμετρία της σύγκρουσης επεκτείνεται πέρα από το επιχειρησιακό κόστος, το οποίο εκτιμάται σε περισσότερα από 890 εκατομμύρια δολάρια την ημέρα για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια λεπτομερής ανάλυση του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS) εκτιμά ότι οι πρώτες 100 ώρες της σύγκρουσης κόστισαν περίπου 3,7 δισεκατομμύρια δολάρια, συμπεριλαμβανομένων των λειτουργικών εξόδων, της αναπλήρωσης πυρομαχικών και της επισκευής κατεστραμμένων υποδομών.
Αυτό αναδεικνύει ένα δομικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου πολέμου: Συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας, όπως οι αναχαιτιστές Patriot και THAAD, είναι ακριβά και η παραγωγή τους αργή. Ακόμα και οι πλούσιες χώρες δεν μπορούν να αναπληρώσουν γρήγορα αυτά τα συστήματα κατά τη διάρκεια παρατεταμένων συγκρούσεων.
Οι καθημερινές λειτουργικές δαπάνες του Ιράν είναι μακράν χαμηλότερες από αυτές των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ, ή ακόμα και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο Ρεϊσινεζάντ αναφέρει πως η εκτόξευση ενός ιρανικού drone μπορεί να κοστίζει περίπου 20.000 δολάρια, ενώ η αναχαίτιση του ίδιου drone μπορεί να ξεπεράσει τις 500.000 δολάρια. Παράλληλα, ορισμένες εκτιμήσεις δείχνουν ότι τα ιρανικά αντίποινα έχουν προκαλέσει ζημιές ύψους περίπου 2,52 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην περιοχή.
Συνεπώς, η στρατηγική του Ιράν δεν βασίζεται στην οικονομική υπεροχή, αλλά στην εξάντληση των αντιπάλων του με την πάροδο του χρόνου.
Ο αγώνας με τον χρόνο
Μπορεί οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ να διαθέτουν συντριπτική στρατιωτική υπεροχή, ωστόσο, η ιστορία δείχνει επανειλημμένα ότι οι πόλεμοι μεταξύ ασύμμετρων δυνάμεων εξελίσσονται συχνά σε αγώνες αντοχής και όχι καθαρά στρατιωτικής ικανότητας. Η πλευρά που μπορεί να απορροφήσει το πολιτικό, οικονομικό και στρατηγικό κόστος για μεγαλύτερο διάστημα είναι αυτή που συνήθως αποκτά το αποφασιστικό πλεονέκτημα.
«Οι πύραυλοι και οι αεροπορικές επιδρομές μπορεί να κυριαρχούν στα πρωτοσέλιδα, αλλά η πιο καθοριστική μάχη ίσως δίνεται στις ενεργειακές αγορές, στη ναυτιλία, στα χρηματοπιστωτικά συστήματα και την πολιτική σκηνή των χωρών», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ρεϊσινεζάντ συμπληρώνοντας πως σε τέτοιες περιπτώσεις, ο ίδιος ο χρόνος γίνεται το πιο ισχυρό όπλο.