Το τοπίο της φορολογικής παρακολούθησης αλλάζει ριζικά, με τις αρχές να έχουν πλέον άμεση εικόνα για τα χρήματα που κινούνται στο οικοσύστημα των social media.

Πληρωμές για συνεργασίες και διαφημίσεις δεν περιμένουν να δηλωθούν εκ των υστέρων, αλλά εντοπίζονται σχεδόν τη στιγμή που πραγματοποιούνται, μέσα από ένα δίκτυο ψηφιακών διασυνδέσεων που περιορίζει δραστικά τα περιθώρια «αόρατων» εσόδων.

Η νέα αυτή πραγματικότητα αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην Ετήσια Έκθεση Απολογισμού 2025 και Προγραμματισμού 2026 της ΑΑΔΕ, η οποία καταγράφει τη μετάβαση σε ένα πιο εξελιγμένο σύστημα ελέγχων.

Περισσότερες από 1,22 εκατομμύρια επιχειρήσεις στέλνουν δεδομένα μέσω ERP, ενώ οι καταχωρίσεις παραστατικών φτάνουν τα 795 εκατομμύρια μέσω αυτών των συστημάτων και ξεπερνούν τα 2,25 δισεκατομμύρια μέσω παρόχων ηλεκτρονικής τιμολόγησης. Στην ουσία, σχεδόν κάθε τιμολόγιο αποκτά ψηφιακή «υπογραφή» και μπορεί να ελεγχθεί.

Πάνω από 9,5 εκατομμύρια δηλώσεις και βεβαιώσεις σε έναν χρόνο

Την εικόνα συμπληρώνει η ευρεία ψηφιοποίηση της επαφής πολιτών και επιχειρήσεων με την ΑΑΔΕ. Μέσα σε έναν χρόνο, περισσότερες από 9,5 εκατομμύρια δηλώσεις και βεβαιώσεις κατατέθηκαν ηλεκτρονικά, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες αιτήματα και συναλλαγές διεκπεραιώνονται ψηφιακά, μειώνοντας σημαντικά τα περιθώρια για στοιχεία που μένουν εκτός ελέγχου.

Αυτό το εκτεταμένο ψηφιακό ίχνος αποτελεί τον βασικό μηχανισμό εντοπισμού αποκλίσεων. Όταν μια εταιρεία καταβάλλει χρήματα για προώθηση, διαφήμιση ή συνεργασία, το ποσό καταγράφεται υποχρεωτικά και συνδέεται με συγκεκριμένο ΑΦΜ. Αν το αντίστοιχο έσοδο δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί μειωμένο, το σύστημα «σημαίνει συναγερμό» αυτόματα, χωρίς να απαιτείται καταγγελία ή φυσικός έλεγχος.

Οι διασταυρώσεις αυτές δεν είναι πλέον συμπληρωματικές, αλλά αποτελούν την αφετηρία των ελεγκτικών διαδικασιών. Οι υποθέσεις ανοίγουν στοχευμένα, εκεί όπου εντοπίζονται κενά ανάμεσα σε δηλωθέντα έσοδα και καταγεγραμμένες συναλλαγές. Από μια απλή ειδοποίηση συμμόρφωσης, η διαδικασία μπορεί να εξελιχθεί σε πλήρη φορολογικό έλεγχο.

Η ένταση των ελέγχων αποτυπώνεται και στα στοιχεία: το 2025 διενεργήθηκαν πάνω από 290.000 έλεγχοι και έρευνες, με φόρους και πρόστιμα που έφτασαν τα 3,1 δισ. ευρώ. Ταυτόχρονα, δεκάδες χιλιάδες επιτόπιοι έλεγχοι και στοχευμένες παρεμβάσεις επιβεβαιώνουν ότι το ψηφιακό σύστημα λειτουργεί παράλληλα με τις παραδοσιακές μεθόδους.

Πληθώρα πηγών

Το νέο μοντέλο παρακολούθησης ξεπερνά τα όρια των τιμολογίων. Η ΑΑΔΕ αντλεί πληροφορίες από τραπεζικές κινήσεις, συναλλαγές μέσω POS, πλατφόρμες κρατήσεων και ενοικιάσεων, αλλά και από ψηφιακές εφαρμογές που καταγράφουν τη δραστηριότητα των επιχειρήσεων. Στόχος είναι η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου «ψηφιακού προφίλ» για κάθε φορολογούμενο.

Σε αυτό το προφίλ συγκεντρώνονται όλα τα οικονομικά δεδομένα: εισοδήματα, δαπάνες, συναλλαγές και περιουσιακά στοιχεία. Μέσω αλγορίθμων εντοπίζονται ασυνήθιστες αποκλίσεις, όπως χαμηλά δηλωμένα εισοδήματα σε συνδυασμό με υψηλή κατανάλωση ή συνεχείς πληρωμές από επιχειρήσεις. Οι περιπτώσεις αυτές κατατάσσονται ως υψηλού κινδύνου και μπαίνουν στο μικροσκόπιο.

Παράλληλα, η ΑΑΔΕ ενισχύει το σύστημα με εργαλεία όπως το Ψηφιακό Δελτίο Αποστολής και το Ψηφιακό Πελατολόγιο, που επιτρέπουν την καταγραφή δραστηριοτήτων σε πραγματικό χρόνο. Η αξιοποίηση αυτών των δεδομένων δεν περιορίζεται στον εντοπισμό φοροδιαφυγής, αλλά συμβάλλει και στην πρόληψή της.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα πλήρως διασυνδεδεμένο ψηφιακό πλέγμα ελέγχου, που καθιστά ολοένα και δυσκολότερη την απόκρυψη εισοδημάτων. Καθώς οι συναλλαγές περνούν μέσα από επιχειρήσεις που καταγράφουν τα πάντα ηλεκτρονικά, τα περιθώρια για «χαμένα» έσοδα μειώνονται δραστικά.