Ο χάρτης της κατοικίας στην Ελλάδα αλλάζει σταδιακά, απομακρύνοντας τη χώρα από το μοντέλο της καθολικής ιδιοκατοίκησης που χαρακτήρισε προηγούμενες δεκαετίες. Η κατοχή σπιτιού παραμένει πλειοψηφική, όμως το ποσοστό υποχωρεί σταθερά, ενώ η ενοικίαση αποκτά όλο και μεγαλύτερο βάρος, κυρίως στα αστικά κέντρα και στις νεότερες ηλικίες.

Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το 2024 το 68% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζούσε σε ιδιόκτητη κατοικία. Το ποσοστό αυτό είναι μειωμένο σε σχέση με το 69% του 2023, επιβεβαιώνοντας μια ήπια αλλά σταθερή τάση υποχώρησης της ιδιοκτησίας. Αντίστοιχα, το ποσοστό των ενοικιαστών στην ΕΕ αυξήθηκε στο 32%, από 31% έναν χρόνο νωρίτερα.

Στην Ελλάδα, η εικόνα κινείται πλέον πολύ κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το 69,7% των νοικοκυριών δήλωσε ότι κατοικεί σε ιδιόκτητο σπίτι, ενώ το 30,3% ζει στο ενοίκιο. Πρόκειται για μια σημαντική μεταβολή σε σύγκριση με την κατάσταση που επικρατούσε πριν από δύο δεκαετίες, όταν η ιδιοκατοίκηση ξεπερνούσε άνετα το 80% και η ενοικίαση αποτελούσε μειοψηφική επιλογή.

Η σταδιακή αυτή αλλαγή δεν είναι τυχαία

Η αύξηση των τιμών των ακινήτων, το υψηλό κόστος δανεισμού, η περιορισμένη πρόσβαση σε στεγαστική πίστη και η εκρηκτική άνοδος των ενοικίων έχουν μεταβάλει τις δυνατότητες των νοικοκυριών. Για πολλούς νέους εργαζόμενους και ζευγάρια, η αγορά κατοικίας απομακρύνεται χρονικά ή καθίσταται πρακτικά ανέφικτη, με αποτέλεσμα η ενοικίαση να μετατρέπεται από προσωρινή λύση σε μακροχρόνια επιλογή.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μεγάλες διαφοροποιήσεις παραμένουν μεταξύ των χωρών. Τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης καταγράφονται στη Ρουμανία, όπου το 94% του πληθυσμού ζει σε ιδιόκτητη κατοικία. Ακολουθούν η Σλοβακία με 93% και η Ουγγαρία με 92%. Πρόκειται κυρίως για χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπου η ιδιοκτησία κατοικίας ενισχύθηκε μετά τη δεκαετία του 1990, συχνά μέσω μαζικών ιδιωτικοποιήσεων κατοικιών.

Στον αντίποδα, η ενοικίαση κυριαρχεί σε ορισμένες από τις ισχυρότερες οικονομίες της ΕΕ. Η Γερμανία αποτελεί τη χαρακτηριστικότερη περίπτωση, καθώς το 53% του πληθυσμού ζει σε ενοικιαζόμενη κατοικία. Ακολουθούν η Αυστρία, όπου οι ενοικιαστές φτάνουν το 46%, και η Δανία με ποσοστό 39%. Σε αυτές τις χώρες, η ενοικίαση συνοδεύεται συχνά από ισχυρό θεσμικό πλαίσιο προστασίας των ενοικιαστών και μακροχρόνια μισθωτήρια, γεγονός που την καθιστά κοινωνικά αποδεκτή και οικονομικά βιώσιμη.

Για την Ελλάδα, η προσέγγιση του ευρωπαϊκού μέσου όρου δεν αποτελεί απλώς στατιστική σύγκλιση, αλλά ένδειξη βαθύτερων κοινωνικών και οικονομικών μεταβολών. Η μετατόπιση προς την ενοικίαση συνδέεται με την αβεβαιότητα στην αγορά εργασίας, τις χαμηλότερες αποταμιεύσεις και τις αυξημένες ανάγκες ευελιξίας. Την ίδια στιγμή, η περιορισμένη προσφορά προσιτής κατοικίας εντείνει τις πιέσεις, τόσο για όσους αναζητούν σπίτι προς αγορά όσο και για όσους αναγκάζονται να παραμείνουν στο ενοίκιο.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι το μοντέλο της καθολικής ιδιοκατοίκησης ανήκει πλέον στο παρελθόν. Το ζητούμενο για τα επόμενα χρόνια είναι αν η μετάβαση αυτή θα συνοδευτεί από πολιτικές που θα στηρίξουν την πρόσβαση σε αξιοπρεπή και οικονομικά προσιτή στέγη, είτε μέσω αγοράς είτε μέσω ενοικίασης.