Παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση που καταγράφεται σε ορισμένες κατηγορίες αγαθών, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει αξιοσημείωτη αντοχή, κινούμενος σε επίπεδα υψηλότερα του μέσου όρου της Ευρωζώνης. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,9% το 2025, ελαφρώς χαμηλότερα σε σχέση με το προηγούμενο έτος, χωρίς ωστόσο να σηματοδοτεί ουσιαστική εκτόνωση των πληθωριστικών πιέσεων.

Η εικόνα πίσω από τον γενικό δείκτη αποκαλύπτει σημαντικές διαφοροποιήσεις. Οι τιμές των υπηρεσιών επιταχύνθηκαν περαιτέρω, αποτελώντας τον βασικό παράγοντα που συντηρεί τον πληθωρισμό, ενώ αντίθετα οι αυξήσεις στα τρόφιμα και στα βιομηχανικά αγαθά εκτός ενέργειας κινήθηκαν με ηπιότερους ρυθμούς. Οι τιμές της ενέργειας, αν και για τρίτη συνεχή χρονιά κατέγραψαν μείωση, είχαν σαφώς μικρότερη αποπληθωριστική επίδραση σε σύγκριση με το παρελθόν, περιορίζοντας τη συνολική αποκλιμάκωση.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη κινήθηκε χαμηλότερα, στο 2,1%, με μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών. Χώρες της Βαλτικής και της Κεντρικής Ευρώπης κατέγραψαν τις υψηλότερες αυξήσεις τιμών, ενώ οικονομίες όπως η Γαλλία και η Κύπρος εμφάνισαν σημαντικά χαμηλότερες πιέσεις, υπογραμμίζοντας τη διαφοροποίηση των οικονομικών συνθηκών εντός της νομισματικής ένωσης.

Σύμφωνα με ανάλυση της Alpha Bank, ο βασικός λόγος που ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παραμένει «κολλώδης» συνδέεται με τη δυναμική της εγχώριας ζήτησης. Η ελληνική οικονομία λειτουργεί πλέον πάνω από τις παραγωγικές της δυνατότητες, με το λεγόμενο παραγωγικό κενό να έχει μετατραπεί σε θετικό από το 2023. Με απλά λόγια, η ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών υπερβαίνει το επίπεδο που μπορεί να καλυφθεί χωρίς πληθωριστικές πιέσεις, γεγονός που τροφοδοτεί την άνοδο των τιμών, κυρίως στις υπηρεσίες.

Η μετάβαση αυτή έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη δεκαετία της κρίσης, όταν η ελληνική οικονομία λειτουργούσε με σημαντικά αρνητικό παραγωγικό κενό, λόγω υψηλής ανεργίας και κατάρρευσης των επενδύσεων. Τότε, η αδύναμη ζήτηση συγκρατούσε τον δομικό πληθωρισμό σε χαμηλά ή και αρνητικά επίπεδα. Η σταδιακή ανάκαμψη μετά το 2017, με εξαίρεση τη διετία της πανδημίας, άλλαξε αυτή την εικόνα, οδηγώντας σήμερα σε συνθήκες υπερβάλλουσας ζήτησης.

Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτών των συνθηκών παίζουν η συνεχής άνοδος της απασχόλησης, οι αυξήσεις στις ονομαστικές αποδοχές και οι ισχυρές τουριστικές επιδόσεις. Το 2025 καταγράφηκαν ιστορικά υψηλά επίπεδα τόσο στις αφίξεις όσο και στα τουριστικά έσοδα, γεγονός που ενίσχυσε περαιτέρω τις τιμές των σχετικών υπηρεσιών. Παράλληλα, η ενισχυμένη επενδυτική δραστηριότητα, σε συνδυασμό με τη ροή πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και την αυξημένη τραπεζική χρηματοδότηση, προσθέτει επιπλέον καύσιμο στη ζήτηση.

Οι προβλέψεις δείχνουν ότι το παραγωγικό κενό θα παραμείνει θετικό και το 2026, γεγονός που σημαίνει ότι ο πληθωρισμός αναμένεται να αποκλιμακωθεί μόνο σταδιακά, παραμένοντας υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Σε αυτό το περιβάλλον, η πορεία των τιμών της ενέργειας αποκτά κρίσιμη σημασία, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις σε περιοχές-κλειδιά, όπως η Μέση Ανατολή και η Λατινική Αμερική, διατηρούν την αβεβαιότητα για το επόμενο διάστημα.