Μικρή έως αμελητέα είναι η επίδραση από τα Airbnb στην αγορά κατοικίας στην Ελλάδα, σύμφωνα με νέα μελέτη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΟΠΑ), η οποία δημοσιεύθηκε σήμερα. Όπως προκύπτει, οι κατοικίες που διατίθενται αποκλειστικά για βραχυχρόνιες μισθώσεις (STRs) αντιστοιχούν μόλις στο 0,4% του συνολικού στεγαστικού αποθέματος της χώρας, ενώ την ίδια στιγμή τα κενά ακίνητα φτάνουν τα 2,28 εκατομμύρια.

Η έρευνα καταρρίπτει τον ισχυρισμό ότι η πλατφόρμα βραχυχρόνιων μισθώσεων ευθύνεται για την πίεση στις τιμές ενοικίων και την έλλειψη στέγης. Αντιθέτως, τονίζεται πως οι Airbnb μισθώσεις συμβάλλουν ενεργά στην οικονομική δραστηριότητα και ενισχύουν τον τουριστικό κλάδο, δημιουργώντας σημαντικά δημόσια και τοπικά έσοδα.

Συμμετοχή των STRs στο σύνολο των κατοικιών στην Ελλάδα

Κατηγορία Αριθμός Ποσοστό
Σύνολο κατοικιών στην Ελλάδα 6.596.761 100%
Κενές κατοικίες 2.277.615 34,5% του συνόλου
Κατοικίες διαθέσιμες για STR 197.665 3,0% του συνόλου
εκ των οποίων αποκλειστικές STR 24.571 0,4% του συνόλου / 1,1% των κενών
εκ των οποίων μη αποκλειστικές STR 173.094 2,6% του συνόλου / 7,6% των κενών
Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ (απογραφή 2021), ΑΑΔΕ (δεδομένα από το 2023)

Το 2023, οι οικοδεσπότες Airbnb συνεισέφεραν 3,25 δισεκατομμύρια ευρώ στην ελληνική οικονομία και στήριξαν περισσότερες από 100.000 θέσεις εργασίας, ενώ η συνολική συμβολή τους στο ΑΕΠ της χώρας εκτιμάται μεταξύ 4,5% και 5,4%.

Για το 2024 εκτιμάται ότι οι βραχυχρόνιες μισθώσεις κάλυψαν το 29,7% των διανυκτερεύσεων στην Ελλάδα και σύμφωνα με την έρευνα καλύπτουν τη ζήτηση ειδικά το καλοκαίρι, όταν η πληρότητα των ξενοδοχείων υπερβαίνει το 90%, π.χ. στην Αθήνα από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο.

Η μελέτη εξετάζει τον αντίκτυπο των βραχυχρόνιων μισθώσεων σε εθνικό και τοπικό επίπεδο και διαπιστώνει ότι αποτελούν έναν στρατηγικό πυλώνα του τουριστικού οικοσυστήματος. Ειδικά κατά την τουριστική περίοδο, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις λειτουργούν συμπληρωματικά προς τα ξενοδοχεία, απορροφώντας την αυξημένη ζήτηση όταν η πληρότητα στα καταλύματα ξεπερνά το 90%.

Στο κέντρο της Αθήνας, το 1,1% των κατοικιών διατίθεται για Airbnb, ενώ την ίδια στιγμή το 25% παραμένει κενό. Το 98% των οικοδεσποτών διαχειρίζεται μόνο ένα ή δύο ακίνητα, με μέσο μηνιαίο εισόδημα 628 ευρώ ανά ακίνητο.

Στην Ελλάδα, η αγορά βραχυχρόνιων μισθώσεων παραμένει κυρίως «οικιακή»: το 94% των οικοδεσποτών είναι ιδιώτες και το 98% από αυτούς διαχειρίζεται μόλις ένα ή δύο ακίνητα. Παρά τη σταδιακή άνοδο των νομικών προσώπων, που κατέχουν το 21% των καταχωρίσεων το 2024, η πλειονότητα (79%) εξακολουθεί να ανήκει σε ιδιώτες. Γεγονός που, όπως επισημαίνεται, δείχνει ότι πρόκειται κυρίως για συμπληρωματικό εισόδημα και όχι για κυριαρχία μεγάλων επαγγελματικών σχημάτων.

Κατηγορία Ποσοστό Σχόλιο
Ιδιώτες (φυσικά πρόσωπα) 94% Πλειοψηφία των οικοδεσποτών
Νομικά πρόσωπα (εταιρείες) 6% Μειοψηφία – κυρίως σε τουριστικές περιοχές
Ιδιώτες με 1 ή 2 ακίνητα 98% Δεν απαιτείται σύσταση επιχείρησης
Ιδιώτες με >2 ακίνητα 2% Συνήθως υπόκεινται σε ρύθμιση ως επιχειρηματίες
Κατοχές STR από ιδιώτες (2024) 79% Αναφέρεται στις κατοχές, όχι απαραίτητα οικοδεσπότες
Κατοχές STR από νομικά πρόσωπα (2024) 21% Με αυξητική τάση
Κατανομή οικοδεσποτών STR στην Ελλάδα (2023) – Πηγή: ΑΑΔΕ, μελέτη ΟΠΑ

Μικρό το καθαρό κέρδος των ιδιοκτητών

Σύμφωνα με τη μελέτη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, το μέσο μηνιαίο ακαθάριστο εισόδημα από βραχυχρόνιες μισθώσεις ανά ακίνητο στην Ελλάδα ανέρχεται σε 628 ευρώ. Ωστόσο, το πραγματικό καθαρό εισόδημα για τον ιδιοκτήτη είναι σημαντικά χαμηλότερο, καθώς ένα μεγάλο μέρος των εσόδων απορροφάται από φόρους, πάγια έξοδα, κοινόχρηστα, συντηρήσεις, καθαριότητα, αλλαγές ιματισμού και λογαριασμούς κοινής ωφελείας.

Η Valentina Reino, υπεύθυνη πολιτικής της Airbnb στην Ελλάδα, δήλωσε: «Τα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης (STR) αποτελούν βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας και ζωτική πηγή εισοδήματος για εκατοντάδες χιλιάδες οικοδεσπότες. Ο περιορισμός των βραχυχρόνιων μισθώσεων χωρίς τεκμηριωμένα στοιχεία θα έχει αρνητικές συνέπειες τόσο για τους Έλληνες πολίτες όσο και την τοπική οικονομία.»

Ο καθηγητής του ΟΠΑ, Γεώργιος Δουκίδης, πρόσθεσε: «Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις στην Ελλάδα καλύπτουν τις αυξανόμενες ανάγκες για φιλοξενία, στηρίζουν την εθνική οικονομία και δεν έχουν σημαντική επίδραση στην προσφορά στέγης, καθώς αντιπροσωπεύουν μόλις το 2,9% του συνολικού αριθμού κατοικιών.»