Δώσαμε ραντεβού με τον Βασίλη Μπισμπίκη, στον Cartel Τεχνοχώρο, όπου αυτή την περίοδο ανεβάζει τον «Σωσμένο» του Έντουαρντ Μποντ, ενώ συνεχίζουν στον ίδιο χώρο, την ξέφρενη πορεία τους και το «Άνθρωποι και Ποντίκια», μέχρι τις 19 Μαΐου.
Αφορμή για τη συνάντησή μας, ήταν ο «Σωσμένος», στον οποίο για πρώτη φορά συναντά επί σκηνής τη Λένα Κιτσοπούλου, στην πιο ανατρεπτική θεατρική συνάντηση της χρονιάς και την οποία περιμέναμε να δούμε εδώ και καιρό, αλλά δεν ερχόταν. Κι επειδή κάποια πράγματα είναι να γίνουν, έτσι συνέβη και με τη συνεργασία τους, σε μια παράσταση που από το «καλημέρα» έγινε περιζήτητη από το κοινό.
Αφορμή για να ανεβάσει ο Βασίλης Μπισμπίκης το συγκεκριμένο έργο, που συγκλόνισε το βρετανικό κοινό με τη σκληρότητα της γλώσσας και την ωμή απεικόνιση της βίας, το ’65, όταν πρωτοανέβηκε, είναι η άσκοπη βία που υπάρχει σήμερα στην κοινωνία μας. «Ήθελα πάρα πολύ να μιλήσω γι’ αυτό που συμβαίνει με την άσκοπη βία στα πάρκα μας με τους πιτσιρικάδες» λέει στο Newsbeast.
Στην κουβέντα που είχαμε μιλήσαμε για όλα. Και για να είμαι ειλικρινής, πριν πάω στη συνέντευξη, είχα κάποιους ενδοιασμούς για εκείνον, λόγω της εικόνας που έχουν φτιάξει για εκείνον, κυρίως, τα Μέσα, αλλά και της δικής του… χαλαρότητας. Αλλά τελικά συνάντησα έναν ωραίο τύπο, συντοπίτη -είμαστε από την Κορινθία και οι δύο- Παναθηναϊκό και συνομήλικο, με τον οποίο κουβεντιάσαμε μεταξύ άλλων, για όσα μας προβληματίζουν ως γονείς δύο έφηβων γιων, για τη βία, το θέατρο, για τη γνώμη και την κριτική των άλλων, για τους φοβίες και πολλά άλλα.
Φεύγοντας, σκέφτηκα πώς μπορεί οι άλλοι να σου βάλουν μια ταμπέλα, που στην πραγματικότητα να μην ανταποκρίνεται σε αυτό που είσαι στα αλήθεια. Αλλά, όπως μου είπε ο ίδιος: «Ο,τι μου έρθει το κάνω, δεν το συζητάω. Απλά, οι άλλοι προσπαθούν να σε περιορίσουν και να σου βάλουν ταμπέλα. Αλλά νομίζω ότι με εμένα πρέπει να έχουν μπερδευτεί λίγο».

– Αρχικά, να μου πεις λίγο για τον χώρο. Πώς τον βρήκες;
Έψαχνα χρόνια για έναν χώρο. Τρία χρόνια περίπου, από τότε που φύγαμε από τη Λεγάκη που μας είχε παραχωρήσει το Ίδρυμα Ωνάση στο Ρέντη. Δύο τρία χρόνια ψάχναμε για χώρους, αλλά ήταν πάρα πολύ ακριβοί. Δεν βρίσκαμε, και δύσκολα να βρεις και χώρο, χωρίς κολόνες που να ταιριάζει και να είναι και η τιμή κάπως χαμηλή κ.λπ. Έτσι, οδηγηθήκαμε εδώ και βρήκαμε αυτόν τον χώρο, που αρχικά, πριν δύο χρόνια, ήταν σε λειτουργία. Δηλαδή, το εργοστάσιο λειτουργούσε, είχε μηχανήματα. Και κάποια στιγμή που ξαναπέρασα από εδώ για να δω μήπως είχε υπάρξει κάποιος χώρος, μου είπαν ότι κλείνει. Τα βρήκαμε, βοηθήσανε πάρα πολύ και ο Νίκος ο Καρόκης, που είναι ο υπεύθυνος στο εργοστάσιο, αλλά και ο Πολ Μουζάκης, ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου. Κι έτσι καταλήξαμε στο να γίνει ο χώρος, πάλι βιομηχανικός, γιατί από βιομηχανικό χώρο σε βιομηχανικό χώρο πηγαίνουμε. Μας άρεσε περισσότερο αυτή η συνθήκη και σου δίνει και πολλές δυνατότητες να κάνεις πολλά πράγματα που σε ένα συμβατικό θέατρο δεν θα μπορούσες.
– Το ότι δεν είναι στο κέντρο, εκεί που βρίσκονται συγκεντρωμένα τα περισσότερα θέατρα…
Εμένα δεν με πειράζει, γιατί πάντα ήμασταν έξω από το κέντρο. Ο κόσμος, όταν μια παράσταση είναι καλή ή τον αφορά, θα έρθει όπου και αν είναι.
– Όπως έγινε ξανά με την παράσταση «Άνθρωποι και ποντίκια», που έκανε πάλι χαμό.
Ναι και θα συνεχίσουμε μέχρι 19 Μαΐου.
– Και ανεβάζεις τώρα τον «Σωσμένο». Στο μυαλό σου είχες το ενδεχόμενο να γίνει σύγκριση ανάμεσα στις δύο παραστάσεις; Σου δημιούργησε ένα επιπλέον άγχος ενδεχομένως;
Όχι, γιατί είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Ήθελα πάρα πολύ να μιλήσω γι’ αυτό που συμβαίνει με την άσκοπη βία στα πάρκα μας με τους πιτσιρικάδες. Και είχα κινητοποιηθεί πάρα πολύ έντονα μέσα μου. Κάπως έτσι ξεκίνησαν και τα «Ποντίκια», με αφορμή, ας πούμε, τη φιλία. Για κάποιο λόγο, είχα προδοθεί από έναν φίλο και ήθελα να μιλήσω για τη φιλία. Έτσι, βρήκα αυτό το ζευγάρι, τον Τζωρτζ/Βασίλη και τον Λένο, που μιλάει για δύο ανθρώπους, μία φιλία. Οπότε και τώρα, για μένα ήταν ανάγκη ψυχική να μιλήσω για κάτι. Οπότε δεν είχα ποτέ στο μυαλό μου ότι θα συγκριθεί με τα «Ποντίκια», δεν θα συγκριθεί.
Τον «Σωσμένο» πώς τον βρήκες;
Με αφορμή, λοιπόν, την άσκοπη βία, έψαχνα για έργο. Θυμόμουν ότι αυτό το έργο το είχα διαβάσει. Ήξερα τον συγγραφέα, τον Μποντ, ο οποίος είναι αυτός που, ας πούμε, έβαλε το θεμέλιο του In Your Face Theatre, το σκληρό θέατρο, το θέατρο του σοκ. Επίσης, ήξερα ότι είχε ανέβει στο «Εμπρός» το ’91 και είχε κάνει μεγάλη επιτυχία τότε. Και μου ήρθε αυτό το έργο, έψαξα να βρω το κείμενο, γιατί δεν είχε εκδοθεί, βρήκα έναν ηθοποιό που είχε το κείμενο και ξαναμπήκα σε αυτή τη διαδικασία να μιλήσω μέσα από αυτό το κείμενο, για αυτά τα πράγματα.
– Που όταν ανέβηκε στην Αγγλία είχε γίνει χαμός.
Το ’65 που ανέβηκε λογοκρίθηκε, για πέντε χρόνια σταμάτησε και ήταν το έργο που έσπασε τη λογοκρισία στην Αγγλία. Φοβερό δηλαδή, γιατί μέχρι τότε υπήρχε. Επειδή έχει μια σκηνή μέσα που τη θεώρησαν βίαιη, τι να πω, δεν ξέρω.

– Α, δηλαδή λογοκρισία στις σκηνές, όχι στα μηνύματα που εμπεριέχει.
Όχι στα μηνύματα. Μια σκηνή που μάλλον τη θεώρησαν αρκετά σκληρή για να υπάρξει στο θέατρο.
– Εσένα έχει τύχει να σε λογοκρίνουν σε παράσταση στο θέατρο ή σε παράσταση που συμμετέχεις;
Όχι, να με λογοκρίνουν, όχι. Κριτικές υπάρχουν όμως. Κριτικές από θεατρικούς κριτικούς ή από ανθρώπους που γράφουν. Άλλοι φεύγουν από τις παραστάσεις, ας πούμε, δεν μπορούν ή δεν τις αντέχουν ή δεν τους αρέσουν. Μέχρι εκεί. Λογοκρισία δεν έχουμε.
– Και είναι η πρώτη φορά που συναντιέσαι στη σκηνή με τη Λένα Κιτσοπούλου.
Ναι, είναι η πρώτη φορά.
– Και είστε και οι δύο ανατρεπτικοί ως καλλιτέχνες. Θα έλεγα της ίδιας σχολής περίπου, δηλαδή κάνετε ωμό θέατρο. Ξέρεις πώς το εννοώ.
Ναι, ναι, καταλαβαίνω αυτό που λες, ότι είναι λίγο ακραίοι ας πούμε στον τρόπο που τοποθετούνται πάνω στη σκηνή.
– Αλλά πολύ πετυχημένοι σε αυτό που κάνετε.
Ναι, εντάξει, αφορά, έχει επίδραση. Και αυτά τα πράγματα που κάνει η Λένα όλα αυτά τα χρόνια, που τη θαυμάζω και την παρακολουθώ.
– Και οι δύο είστε, θα έλεγα μια ξεχωριστή περίπτωση – ή που θα σας λατρέψει θεατρικά κάποιος ή που θα πει ότι εγώ δεν μπορώ να το δω αυτό.
Ναι, συμβαίνει και αυτό.

– Αλλά με προσωπικότητα οι παραστάσεις σας.
Κοίταξε, νομίζω ότι είμαστε προσωπικοί και εγώ και η Λένα. Κάνουμε αυτό που πραγματικά γουστάρουμε να κάνουμε, κατάλαβες; Δεν αυτο-λογοκρινόμαστε. Έχουμε την ελευθερία να τολμήσουμε, να κάνουμε πράγματα. Σε αυτό το θέμα ταιριάζουμε, με τη Λένα. Από την άλλη ταιριάζουμε και σαν άνθρωποι, γιατί είναι επίσης ένας ευγενικός άνθρωπος και τρομερά δοτικός. Έχουμε μια άψογη συνεργασία. Συνομιλούμε και συνεργαζόμαστε τέλεια και είμαι πάρα πολύ χαρούμενος που συναντήθηκα με τη Λένα και είναι μεγάλη χαρά κι ευλογία που βρίσκεται στην παράσταση, γιατί βοήθησε πάρα πολύ.
– Όταν είπες ότι θα ανεβάσεις το έργο, είχες εξαρχής στο μυαλό σου τη Λένα Κιτσοπούλου;
Όχι. Είχα ξεκινήσει με μια άλλη ηθοποιό, η οποία για κάποιους λόγους έφυγε και μετά ήρθε η Λένα. Κι ευτυχώς.
– Είδες, όλα τελικά γίνονται για κάποιον λόγο.
Ναι, ναι.
– Στην παράσταση είστε οι γονείς.
Ναι, οι δύο γονείς ενός κοριτσιού που μένει έγκυος και έχει διάφορα προβλήματα, αλλά είναι σαν να είναι όμως και οι γονείς όλων αυτών των παιδιών που έχουν εξοστρακιστεί, έχουν χάσει τα όνειρά τους, κυκλοφορούν λίγο σαν σκιές, σαν φαντάσματα, που η βία τους τρέφει, που έχουν δηλητηριαστεί από την κοινωνία, από τη σαπίλα.
– Είναι εύκολο να είσαι γονιός σήμερα;
Όχι, δεν είναι εύκολο. Δεν ξέρω αν ποτέ ήταν εύκολο. Η κοινωνία αλλάζει, τα προβλήματα αλλάζουν κι εσύ πρέπει να είσαι ευέλικτος, να αποκωδικοποιείς το σύμπαν που υπάρχει γύρω, το κοινωνικό και να βοηθάς το παιδί σου σε αυτό το πλαίσιο να αναπτυχθεί, να γίνει χρήσιμος στην κοινωνία και να του δώσεις αποδοχή, αγάπη. Κι επειδή είναι πάρα πολύ δύσκολα τα πράγματα τώρα, η επιβίωση είναι πάρα πολύ δύσκολη κι επειδή λείπουμε πάρα πολλές ώρες από τα σπίτια, θα πρέπει να βρίσκεις ποιοτικό χρόνο να είσαι με το παιδί σου μαζί και να έχετε μία σύνδεση, ώστε να μπορεί να σου ανοίγεται το παιδί, να μιλάτε και να έχετε μια επικοινωνία.
– Ξέρεις πάνω σε αυτό που λες: επειδή λείπουμε πολλές ώρες και νιώθουμε ενοχικά, δίνουμε στο παιδί μας πολλά υλικά αγαθά, επειδή πιστεύουμε ότι έτσι συμπληρώνουμε το κενό από την απουσία μας. Δεν ξέρω, αν συμφωνείς.
Προφανώς. Κι εγώ πιάνω τον εαυτό μου πολλές φορές να του δίνω υλικά αγαθά που δεν έχουν καμία σημασία, αλλά από ενοχές ή από τύψεις το κάνεις. Ξεφεύγεις μερικές φορές.

– Επειδή εσύ έχεις εμπειρίες ως νέος, έχεις ζήσει κι έχεις δει πολλά, όλο αυτό σε βοηθάει τώρα ως πατέρα να μπορείς να καταλαβαίνεις αν κάτι δεν πάει καλά με το παιδί;
Είναι βοηθητικό πιστεύω. Κοίταξε, είμαι ένας άνθρωπος που έχω περπατήσει το πεζοδρόμιο πάρα πολύ.
– Αυτό. Το πεζοδρόμιο σε βοηθάει στον ρόλο σου ως πατέρα;
Βέβαια, εννοείται. Γιατί εκεί τα πράγματα τα ανιχνεύεις, τα καταλαβαίνεις πολύ πιο γρήγορα. Αν κάτι δεν πηγαίνει καλά με το παιδί, μπορείς πιστεύω να το ανιχνεύσεις και να το καθοδηγήσεις λίγο και με πιο ανοιχτό μυαλό και να το καταλάβεις πιο εύκολα.
– Είναι, όμως, αυτό και δίκοπο μαχαίρι από την άποψη ότι μπορεί να γυρίσει το παιδί και να σου πει ότι «κοίταξε, εσύ το έκανες, το έζησες, γιατί να μην κάνω κι εγώ το ίδιο;». Το λέω, επειδή τα παιδιά τείνουν να μιμούνται τους γονείς.
Δεν είμαι παράδειγμα προς μίμηση, αλλά προς αποφυγή. Οπότε και το παιδί δεν έχει ζήσει, ούτε μπορεί να καταλάβει ακριβώς τι σημαίνει αυτό πράγμα. Οπότε, αν έχεις επικοινωνία με το παιδί και του εξηγήσεις και βρεις σύνδεση μαζί του με σωστά λόγια, τι είναι αυτό που εσύ έκανες και μπορεί να είναι λάθος – εγώ δηλαδή έκανα και ήταν λάθος δεν χρειάζεται αυτό να το επαναλάβει. Επειδή εγώ εντέλει επιβίωσα μέσα από όλη αυτή την ιστορία και βγήκα και καθαρός, αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι που μπλέκουν μέσα αυτές τις ιστορίες, βγαίνουν καθαροί. Ούτε καθαροί ούτε ζωντανοί.
– Έχεις χάσει φίλο από ναρκωτικά;
Έχω χάσει πάρα πολλούς φίλους και από ναρκωτικά και από μηχανάκια και από ατυχήματα και από διάφορα δηλαδή.
– Καλά, ειδικά από τα μηχανάκια.
Ναι, ειδικά εκείνη εποχή, που ήταν και οι κόντρες.
– Εσύ έκανες κόντρες;
Είχα δει. Δεν ήμουν όμως από τους τύπους που ήταν με τα μηχανάκια γρήγορους και τέτοια. Δεν είχα τέτοια σχέση.

– Είχες φοβηθεί καθόλου τότε;
Όχι, ήμουν άφοβος δυστυχώς. Γι’ αυτό έκανα και πάρα πολλά πράγματα. Δεν είχα φόβο.
– Τώρα φοβάσαι;
Βέβαια, ναι.
– Από τότε που έγινες πατέρας;
Ναι και από τότε που έγινα πατέρας, έγινα και λίγο πιο ευαίσθητος. Φοβάμαι λίγο. Θέλω να ζήσω δηλαδή περισσότερο με το παιδί.
– Αυτό λέω και εγώ. Σου βγαίνουν και διάφορες φοβίες στην πορεία.
Ναι, ρε γαμώτο.
– Εσύ σε γιατρούς πηγαίνεις; (γέλια)
Ναι, καλά, εννοείται, είμαι και αρρωστοφοβικός. Πηγαίνω φουλ. Έχω κάνει και πέντε στεντ. Τα έχω ελαττώσει όλα, από τότε. Πηγαίνω συνέχεια, κάνω εξετάσεις. Τον έχω τρελάνει τον γιατρό. Τουλάχιστον, πρόβλεψη στο φουλ. Και είναι σημαντικό.
– Τον θάνατο τον φοβάσαι;
Η αλήθεια είναι ότι όχι δεν τον φοβάμαι τον θάνατο.

– Αυτό δεν είναι καλό.
Δεν είναι, όχι.
– Το είχες από μικρός φαντάζομαι.
Το είχα από μικρός, ναι. Κάποια περίοδο όμως, φοβόμουν πάρα πολύ και εκεί έπαθα και κρίσεις πανικού. Απευθύνθηκα και σε ειδικούς να με βοηθήσουν. Όταν έπαθα την καρδιά, συνειδητοποίησα ότι τελικά δεν τον φοβάμαι τον θάνατο.
– Η περιπέτεια αυτή σε έκανε να αναθεωρήσεις, ενδεχομένως, κάποια πράγματα; Αυτό που λένε ότι τέτοιες στιγμές κάνεις απολογισμούς και τέτοια.
Όχι. Μπορεί για πολύ λίγο. Αλλά με ξαναπήρε η καθημερινότητα, η μπάλα. Γιατί δεν μου άφησε ξέρεις κάτι να πάθω, να μη λειτουργεί η καρδιά μου καλά. Βέβαια, άμα συνεχίσω να κάνω μια κακή ζωή, θα κλείσουν και οι αρτηρίες.
– Να αποφεύγεις να τρως λίπη, ξιγκάκια, προβατίνα και τέτοια, καταλαβαίνεις. (γέλια)
Μόνο τέτοια τρώω (γέλια).
– Μία από τα ίδια, αλλά παίρνω χάπι για τη χοληστερίνη, για την υπέρταση.
Κι εγώ παίρνω. Και τρώω μόνο προβατίνες. Αλλά εντάξει, με το χάπι έχω ρίξει τις τιμές, ούτε μικρό παιδί δεν είχα τόσο καλές.
– Τώρα, που αχνοφαίνονται τα πενήντα, σε έχει πιάσει η κρίση ηλικίας;
Όχι, δεν έχω τέτοια θέματα.
– Έχεις κάνει όλα όσα ήθελες;
Έχω κάνει αρκετά, ναι. Θέλω να αλλάξω φιλοσοφία ζωής, έτσι, να ηρεμήσω λίγο, πιο χαλαρά πράγματα. Αλλά είμαι ακόμα σε διαδικασία. Μέσα μου δηλαδή ζυμώνονται. Ελπίζω να το κάνω κάποια στιγμή.

– Να φύγεις κάποια στιγμή από την Αθήνα;
Όχι, να φύγω από την Αθήνα, αλλά σίγουρα να έχω περισσότερο χρόνο περισσότερο να μπορώ να φεύγω έξω από την Αθήνα, να πηγαίνω στην Κρήτη.
– Με την Κρήτη έχεις κόλλημα, έτσι; Έχεις κάποια σχέση, καταγωγή;
Έχω έρωτα με την Κρήτη. Είχα πάει για δουλειά με τον Θοδωρή Παπαδουλάκη για τη σειρά «Η λέξη που δε λες» το ’15, έκατσα οκτώ μήνες για τα γυρίσματα κι ερωτεύτηκα τον τόπο και από τότε είναι, λες και είμαι από την Κρήτη, πώς να σου πω, είναι το χωριό μου. Όποτε βρίσκω χρόνο, πηγαίνω στην Κρήτη. Με ηρεμεί ψυχικά πολύ.
– Έχεις κάνει και φίλους στο νησί;
Πάρα πολλούς φίλους. Έχω βαφτίσει το παιδί μου εκεί, έχω κάνει κουμπαριές, κανονικός Κρητικός.
– Να γυρίσεις στο Λουτράκι το σκέφτεσαι;
Όχι, δεν το σκέφτομαι.
– Μιας και είμαστε από τα ίδια μέρη, ξέρουμε και οι δύο πώς λειτουργούν σε μια μικρή κοινωνία: πρώτα τα μαθαίνει ο κόσμος και μετά τα κάνουμε εμείς. Όταν είχες μπλέξει, φαντάζομαι σε σχολίαζαν.
Εννοείται, οι γονείς δεν άφηναν τα παιδιά τους να κάνουν παρέα μαζί μου.
– Οι γονείς σου τι έλεγαν;
Ντρέπονταν.

– Είχαν αυτό το «τι θα πει ο κόσμος;».
Προφανώς και το είχαν. Θα ντρέπονταν φαντάζομαι για πολλά πράγματα, αλλά μετά γύρισε το φύλλο.
– Αυτό ήθελα τώρα να σου πω. Τώρα, ακούς «ο Βασίλης δικό μας παιδί», είναι και ο Μπισμπίκης από το Λουτράκι. (γέλια)
Ναι, ναι, κλασικά. Και όλοι τώρα σε χαιρετάνε.
– Είδες πώς γυρίζει; Σε ενοχλεί αυτό; Πώς έχεις εισπράξει αυτή την αλλαγή;
Κοίταξε, δεν μου έχει αφήσει κακό αποτύπωμα μέσα μου. Τα έχω ξεπεράσει αυτά. Ένα από τα καλά που έκανα στη ζωή μου και με την ψυχοθεραπεία είναι ότι ξεπέρασα το θέμα της αποδοχής από τους άλλους. Οπότε γι’ αυτό ίσως και στις παραστάσεις δεν περιμένω την αποδοχή, ούτε από τους κριτικούς, ούτε από άλλους.
– Εσύ είσαι και σε ένα επάγγελμα που βρίσκεσαι μονίμως εκτεθειμένος στη γνώμη των άλλων.
Συνέχεια. Και όχι μόνο ως επάγγελμα. Τώρα πια όλα είναι εκτεθειμένα. Και η προσωπική σου ζωή και όλα. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Δεν μπορείς να πας στα μπουζούκια να διασκεδάσεις.
– Αυτό δεν σε περιορίζει;
Εμένα όχι. Απ’ ό,τι βλέπεις, απ’ ό,τι καταλαβαίνεις, ό,τι μου έρθει το κάνω, δεν το συζητάω. Απλά, οι άλλοι προσπαθούν να σε περιορίσουν και να σου βάλουν και ταμπέλα. Αλλά νομίζω ότι με εμένα πρέπει να έχουν μπερδευτεί λίγο.
– Κι αυτό μάλλον τους εκνευρίζει σε εσένα.
Ναι. Δεν μπορούν να χωρέσουν κάτι πάνω μου, γιατί όλοι οι άνθρωποι είναι αντιφατικοί, έχουνε πολλά πράγματα. Μπορεί να είναι και το θέατρο που κάνω και τα μπουζούκια που πηγαίνω το βράδυ και γλεντάω. Και στο γήπεδο να πηγαίνω στη Θύρα 13. Όλα μπορείς να τα κάνεις, ό,τι γουστάρεις κάνεις δηλαδή. Δεν περνάω προς τα έξω ότι είμαι από βιβλιοθήκη σε βιβλιοθήκη, από γκαλερί σε γκαλερί και στο θέατρο. Κατάλαβες τι θέλω πω; Δεν είμαι αυτό.

– Ξέρεις τι; Μερικές, μα όχι μερικές φορές. Τις περισσότερες φορές δηλαδή, ρε παιδί μου, μας εκνευρίζει στον άλλον αυτό που δεν μπορούμε να είμαστε εμείς.
Εντάξει, μπορεί. Νομίζω ότι πολλοί άνθρωποι παγιδεύονται μέσα στην εικόνα τους. Και αυτό είναι τραγικό για μένα. Και αυτό μπορεί να σε κλείσει, ακόμα και μέσα στο σπίτι σου μπορεί σε κλείσει. Να μην μπορείς να βγεις έξω, να φοβάσαι τι θα πούνε, τι θα κάνουν. Να σκέφτεσαι τις κινήσεις σου.
– Βλέπω τα σκηνικά της παράστασης κι έχω εντυπωσιαστεί με τα αντικείμενα, που είναι παλιά, όπως ο τηλεφωνικός θάλαμος, με γύρισε πίσω. Αυτά εσύ τα έχεις βρει;
Εμείς τα έχουμε βρει, ναι, μαζί με τον Κένι ΜακΛέλαν, τον σκηνογράφο. Τα καλάμια, για παράδειγμα, μόνοι μας τα κόψαμε. Γενικά είναι πολλά πράγματα που είναι μέσα από το εργοστάσιο και από μάντρες ανακύκλωσης.
– Σου αρέσει να ψάχνεις για παλιά αντικείμενα;
Ναι, ναι, μου αρέσει πολύ να ψάχνω. Βασικά, νομίζω ότι ένα πράγμα που θα ήθελα να κάνω καλλιτεχνικά, αργότερα, θα ήταν να μαζεύω και να κάνω γλυπτά από αντικείμενα, από σκουπίδια, από τέτοια. Θα ήθελα να το κάνω αυτό κάποια στιγμή.
– Και στο θέατρο σου αρέσει να ψάχνεις για παλιά έργα; Ο «Σωσμένος» είναι του ’65 και το «Άνθρωπος και Ποντίκια» είναι του ’37.
Ναι, μου αρέσει να ψάχνομαι με τα έργα. Μου αρέσει να διαβάζω και να ψάχνω λογοτεχνίες και νουβέλες και κάποια από αυτά με ερεθίζουν για να τα μεταφέρω στο θέατρο. Γενικά, μου αρέσει να διαβάζω διάφορα.
– Πάντα διάβαζες;
Όχι. Κοίτα, διάβαζα εξωσχολικά βιβλία. Γιατί εγώ στο σχολείο έχω πάει μέχρι το γυμνάσιο. Μετά με διώξανε και από την Κόρινθο και από το Λουτράκι, από παντού. Αλλά διάβαζα πάρα πολύ εξωσχολικά βιβλία του παππού μου, του συγχωρεμένου, που ήταν κομμουνιστής, διάβαζε πάρα πολύ, και είχε πολλά βιβλία. Όταν πέθανε ο παππούς μου, εγώ ήμουν πολύ μικρός, δεν τον θυμάμαι καλά, αλλά η βιβλιοθήκη του είχε μείνει. Οπότε αυτό έψαχνα.

– Οπότε κι εσύ αυτόν τον δρόμο της Αριστεράς τον τράβηξες από τότε;
Ναι, από τότε ξεκίνησε. Από πιτσιρικάς. Πανκ. Ακόμα δηλαδή θεωρώ αριστερό τον εαυτό μου, με έναν τρόπο. Δηλαδή με την έννοια ότι θέλω να είμαι κοντά στον άνθρωπο.
– Ψηφίζεις;
Ναι, ψηφίζω. Τις περισσότερες φορές, ναι. Όχι Δεξιά, πάντως. Αριστερά, αριστερά.
– Σε ικανοποιεί η Αριστερά, έτσι όπως είναι τώρα;
Όχι, δεν με ικανοποιεί τίποτα τώρα. Αυτή τη στιγμή είμαι πολιτικά άστεγος, εντελώς. Μακάρι κάτι να γίνει και κάπου να δω ένα φως και να πάω. Αλλά αυτή τη στιγμή, άμα με βάλεις να ψηφίσω, δεν ξέρω τι θα ψηφίσω. Τι να πεις τώρα για την πολιτική; Είναι μεγάλο κεφάλαιο. Εμείς, τουλάχιστον, κάνουμε πολιτική μέσα από το θέατρο. Κάνουμε αντίσταση μέσα από αυτό το πράγμα. Έχουμε τους πολιτικούς απέναντί μας αυτή τη στιγμή, απέναντι στις Τέχνες, εγώ το πιστεύω εκατό τοις εκατό. Δεν στηρίζουν. Έχουν κόψει και τις επιχορηγήσεις, τα έχουν κόψει όλα. Κάτι ψίχουλα δίνουν αποδώ και αποκεί. Δεν νομίζω ότι τους ενδιαφέρει αυτό το πράγμα. Ίσως να θεωρούν ότι είναι κομμάτι της κοινωνίας, το οποίο δεν τους ψηφίζει κιόλας.
– Να γυρίσουμε, λίγο στην παράσταση: το έργο είχε σοκάρει όταν είχε ανέβει το ’65 στη Βρετανία. Εδώ, σήμερα, στην Ελλάδα, τώρα που το ανεβάζεις, το κοινό τι αντιδράσεις έχει;
Να σου πω: περνάει από διάφορα στάδια. Και χιούμορ έχει το έργο μέσα και τους βλέπω να σφίγγονται, συναισθηματικά να «παγώνουν» και να συγκινούνται και να ενθουσιάζονται. Λειτουργεί το έργο με πολλούς τρόπους. Δεν υπάρχει αυτό το σοκ φαντάζομαι. Είναι και άλλη η ιστορία. Αλλά και από τι να σοκαριστείς; Βλέπεις κάθε μέρα τέτοια πράγματα που τι να σε σοκάρει τώρα από αυτό;
– Αν είσαι, όμως, γονιός, δεν θα σου προκαλέσει ενοχές;
Ενδεχομένως, να καθρεφτίσει κάποια λάθη που κάνεις. Ουσιαστικά, αυτή είναι η δουλειά μας: να καθρεφτιστεί ο κακός τους εαυτός, να δουν κάποια πράγματα που όταν τα βλέπεις απέξω φαίνεται η γελοιότητα του πράγματος και να ερεθιστείς και να αφυπνίσεις κάποια πράγματα μέσα σου, να αλλάξεις, να σου εμβολίσει κάποια πράγματα. Όσοι είναι έτοιμοι να το κάνουν αυτό, μπορεί να τους συμβεί. Όσοι δεν είναι, θα το δούνε και τελείωσε, δεν θα υπάρξει και μεγάλη αλλαγή. Πρέπει να είσαι κι έτοιμος για ένα έργο, ώστε να σε επηρεάσει. Αν δεν είσαι, δεν σου κάνει κάτι.
– Με την Ομάδα Cartel είστε πολλά χρόνια.
Με κάποια από τα παιδιά που είναι από την αρχή. Άλλοι έρχονται, φεύγουν, μένουν.

– Πώς είναι να έχεις ομάδα;
Είναι ωραίο πράγμα. Είναι σαν οικογένεια. Κι έχει όλα τα χαρακτηριστικά της οικογένειας: και τσακωμούς και τα πάντα. Αλλά έχεις φτιάξει έναν κώδικα πια και μπορείς και συνεννοείσαι πολύ πιο εύκολα και καλλιτεχνικά και ψυχικά. Είμαστε φίλοι, το ζούμε με χαρά. Δηλαδή αν δεν έχει χαρά μέσα το πράγμα, δεν έχει κανένα νόημα να το κάνεις.
– Εσύ όταν μπήκες στον χώρο, ήθελες περισσότερο θέατρο να κάνεις;
Θέατρο, ναι. Γι’ αυτό και απέφυγα και την τηλεόραση για αρκετά χρόνια. Δηλαδή από το 2002 ήμουν στην Άννα Συνοδινού για τέσσερα χρόνια -μεγάλη Σχολή- κι ενώ μου ζητούσαν να κάνω τηλεόραση -ήμουν παιδί όμορφο-, δεν δεχόμουν. Νομίζω πρώτη φορά που έκανα τηλεόραση ήταν στα «Μυστικά της Εδέμ». Και από τότε κάνω τηλεόραση.
– Η επιθυμία να γίνεις ηθοποιός πώς προέκυψε;
Είχα δει μια παράσταση στο Λουτράκι, τα «Κόκκινα φανάρια» από τον Πολιτιστικό Σύλλογο του Λουτρακίου και μαγεύτηκα. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα παράσταση, ξέρεις, και γράφτηκα στην ομάδα κι εκεί ξεκίνησα ερασιτεχνικά να παίζω. Και μετά είχαμε πάρει ένα βραβείο Θεάτρου Αρχαίας Τραγωδίας, μας είχαν δώσει τιμητικά την Επίδαυρο έξω από το Φεστιβάλ Σεπτέμβρη, βραδιά Ροντήρη. Εκεί ήταν και ο διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου τότε, ο Τάσος Ρούσσος, με είδε και μου λέει «Αγόρι μου, είσαι ταλέντο. Να έρθεις στο Εθνικό». Εγώ δούλευα στο καζίνο γκρουπιέρης, αλλά κάποια στιγμή που τα σιχάθηκα όλα αυτά, λέω: «Δεν πάω να γραφτώ σε μια σχολή;». Ήμουν σχετικά μεγάλος, 23-24 ετών. Έτσι πήγα στο θέατρο.
– Στο Εθνικό γιατί δεν πήγες;
Δεν είχα τελειώσει το λύκειο. Είχα πάει ο κακομοίρης εκεί κι έλεγα: «Δώστε μου να κάνω οντισιόν μονολόγους» και μου έλεγαν: «Μα δεν γίνεται».
– Το Εθνικό δεν παίρνει κάποιον ως ταλέντο;
Όχι, παλιά είχε, αλλά εγώ δεν το πρόλαβα. Μόνο οι ιδιωτικές σχολές. Εγώ πέρασα από εξαιρετικά ταλέντα στο υπουργείο Πολιτισμού – που υπήρχε και υπάρχει ακόμα. Έτσι πέρασα σε ιδιωτική σχολή.
– Τελειώνοντας, τι σε ιντριγκάρει στο έργο;
Τι με ιντριγκάρει. Έχει να κάνει με τη βία. Με ποιον τρόπο θα μπορούσα να φτιάξω την παράσταση -δεν ξέρω αν το έχω πετύχει αυτό- έτσι ώστε να γελάνε με τραγικά πράγματα που συμβαίνουν. Αυτός ήταν ο στόχος μου. Να μην είναι ένα βαρύ πράγμα, να μην είναι οι θεατές σφιγμένοι από την αρχή μέχρι το τέλος. Πώς μπορείς, δηλαδή να τους χαλαρώσεις, να γελάσουν και εκείνη τη στιγμή, να κάνεις κάτι σαν τρίπλα, και να τους τη φέρεις, να τους πιάσεις απροετοίμαστους και να περάσεις αυτό που θέλεις.
Η παράσταση
Η δράση εκτυλίσσεται σε μια εργατική συνοικία του Λονδίνου, όπου μια νεαρή γυναίκα μένει έγκυος εκτός γάμου και έρχεται αντιμέτωπη με την κοινωνική απόρριψη και την οικογενειακή αδιαφορία.
Γύρω της κινούνται νέοι άνθρωποι χωρίς σαφή προοπτική, εγκλωβισμένοι σε μια πραγματικότητα αποξένωσης και συναισθηματικής ένδειας. Οι σχέσεις χαρακτηρίζονται από σιωπή, αδυναμία επικοινωνίας και συσσωρευμένο θυμό. Ο Μποντ σκιαγραφεί έναν κόσμο όπου η άσκοπη βία δεν εμφανίζεται ως εξαίρεση, αλλά ως δομικό στοιχείο μιας κοινωνίας που παράγει αποκλεισμό.
Μετάφραση Τάσος Μπαντής ,Θάλεια Ασλανίδου
Ελεύθερη απόδοση Ομάδα Cartel
Σκηνοθεσία Βασίλης Μπισμπίκης
Παίζουν Βασίλης Μπισμπίκης, Λένα Κιτσοπούλου, Στέλιος Τυριακίδης, Αλέξανδρος
Κουκιάς, Αναστασία Δέλτα, Γιάννης Κατσιμίχας, Λευτέρης Αγουρίδας, Ελένη Γεωργακοπούλου
Προπώληση: more.com
Cartel Τεχνοχώρος: Λεωφόρος Κηφισού 41, Αιγάλεω