Τον Στρατή Μυριβήλη, ο περισσότερος κόσμος τον γνωρίζει μέσα από τα «σκοτεινά» αντιπολεμικά του αριστουργήματα. Ωστόσο, «Οι Κάλπηδες» είναι διαφορετικοί από αυτό που έχουμε στο μυαλό μας για τον σπουδαίο Νεοέλληνα πεζογράφο.
Κι αυτό γιατί πρόκειται για ένα παραμύθι γεμάτο φως, ένα άκρως κωμικό διήγημα, το οποίο σατιρίζει στοιχεία κουλτούρας και συμπεριφοράς που αν και αρνητικά, αποδίδονται ως χαριτωμένα στην ελληνική ράτσα, όπως: το ψέμα, η επιπολαιότητα, η πονηριά, η καπατσοσύνη, η κομπορρημοσύνη, ο εύκολος πλουτισμός κ.ά.
Οι «Κάλπηδες» για τρίτη χρονιά ανεβαίνουν στη θεατρική σκηνή από την ομάδα «Πτωχαλαζόνες» σε σκηνοθεσία Κώστα Παπακωνσταντίνου και διόλου τυχαία, γνωρίζουν την ίδια μεγάλη επιτυχία και μάλιστα με τον τρόπο που κάθε δημιουργός επιθυμεί: το «από στόμα σε στόμα».
Με αφορμή την παράσταση, ο σκηνοθέτης Κώστας Παπακωνσταντίνου μίλησε στο Newsbeast.
-Ο περισσότερος κόσμος γνωρίζει τον Μυριβήλη από τα αντιπολεμικά του έργα. Τι σας γοήτευσε στο κωμικό σύμπαν των «Κάλπηδων» και σας οδήγησε στη σκηνική του μεταφορά;
Στους «Κάλπηδες» με γοήτευσε ακριβώς αυτή η άλλη, πιο παιχνιδιάρικη πλευρά του. Πρόκειται για ένα έργο όπου γελάς πραγματικά με την ψυχή σου, ταυτόχρονα όμως, κάτω από το χιούμορ, υπάρχει μια πολύ οξυδερκής ματιά πάνω στην ανθρώπινη φύση. Ο Μυριβήλης σατιρίζει με τρυφερότητα τις μικρές μας αδυναμίες – την πονηριά, τη ματαιοδοξία, την ανάγκη να ξεγελάσουμε και να ξεχωρίσουμε. Μέσα από το χιούμορ και το στοιχείο του παραμυθιού αποκαλύπτεται ένας ολόκληρος κόσμος χαρακτήρων που είναι πολύ οικείοι ακόμη και σήμερα. Αυτό το μείγμα αθωότητας και σάτιρας ήταν που με έκανε να θέλω να το δω στη σκηνή.

-Το έργο συνδυάζει λαϊκό παραμύθι, κωμωδία και περιπέτεια. Πως ισορροπήσατε τα στοιχεία αυτά στη σκηνή;
Το προσεγγίσαμε ως μια ζωντανή θεατρική αφήγηση. Θέλαμε να κρατήσουμε την αίσθηση του παραμυθιού – αυτή τη ροή που σε παίρνει μαζί της – αλλά ταυτόχρονα να δώσουμε χώρο στην κωμωδία και στο παιχνίδι των ηθοποιών. Η ισορροπία προέκυψε κυρίως μέσα από τον ρυθμό, τη σωματικότητα και μια σκηνογραφική λογική που θυμίζει λαϊκό θεατρικό πανηγύρι.
-Που πιστεύετε ότι οφείλεται η ανταπόκριση του κοινού δεδομένου ότι η παράσταση παίζεται φέτος για τρίτη χρονιά;
Νομίζω ότι πετύχαμε να μεταφέρουμε στη σκηνή την ουσία και την ομορφιά του διηγήματος, χωρίς να χαθεί η θεατρικότητα. Είναι μια ιστορία απλή και βαθιά ανθρώπινη, που μιλά με αμεσότητα. Ταυτόχρονα, η παράσταση έχει πολύ χιούμορ και μια αίσθηση θεατρικού παιχνιδιού που κάνει τον κόσμο να περνά καλά. Οι θεατές αναγνωρίζουν στους ήρωες κάτι από τον εαυτό τους — τις μικρές μας πονηριές και τις μεγάλες μας φιλοδοξίες. Επίσης, οι «Κάλπηδες» συμπυκνώνουν με έναν τρόπο σχεδόν «μαγικό» όλη τη δουλειά που κάνουμε τόσα χρόνια με την ομάδα. Και όταν κάτι έχει φτιαχτεί με χαρά και συνέπεια, αυτό περνάει στο κοινό.
-Έχει αλλάξει κάτι στην παράσταση μέσα στα τρία χρόνια παρουσίασής της;
Μια παράσταση είναι ζωντανός οργανισμός. Κάθε χρόνο ανακαλύπτουμε μικρές λεπτομέρειες, αλλάζουμε ρυθμούς, δοκιμάζουμε νέες αποχρώσεις στην ιστορία. Δεν άλλαξε η βασική ιδέα της σκηνοθεσίας, αλλά σίγουρα η παράσταση έχει ωριμάσει μέσα από τις επαναλήψεις και τη σχέση που έχει αναπτύξει με το κοινό. Φέτος υπήρξε και μια αλλαγή στη διανομή, καθώς ο Ελισσαίος Βλάχος λόγω της συνεργασίας του με το Εθνικό Θέατρο, αντικαταστάθηκε από τον Δημήτρη Χατζημιχαηλίδη, φέρνοντας μια νέα ενέργεια στην παράσταση.

–Γιατί πιστεύετε ότι τα κλασικά έργα μπορούν ακόμη να συγκινούν το κοινό;
Τα κλασικά έργα αντέχουν στον χρόνο γιατί μιλούν για πράγματα βαθιά ανθρώπινα. Οι εποχές αλλάζουν, αλλά η ανθρώπινη φύση όχι τόσο. Όταν ένα έργο μιλά με ειλικρίνεια για τις επιθυμίες, τις αδυναμίες και τα όνειρα των ανθρώπων, μπορεί πάντα να βρει τον δρόμο του προς το κοινό.
-Οι «Κάλπηδες» σατιρίζουν την πονηριά, την κομπορρημοσύνη και τον εύκολο πλουτισμό. Πιστεύετε ότι γελάμε με αυτά επειδή τα αναγνωρίζουμε στον εαυτό μας;
Ναι, γελάμε γιατί αναγνωρίζουμε κάτι από τον εαυτό μας. Οι «Κάλπηδες» είναι μια ολόκληρη κουλτούρα, μια σκληρή πραγματικότητα. Η πατέντα, η αρπακόλλα, το «πάμε με ό,τι έχουμε», είναι τρόποι που συχνά αντιμετωπίζονται με συμπάθεια ή και με θαυμασμό. Το γέλιο λοιπόν έχει μέσα του μια αναγνώριση αλλά και μια αμηχανία, λειτουργεί σαν ένας καθρέφτης. Γελάμε με τους ήρωες γιατί αναγνωρίζουμε μέσα τους κάτι από εμάς: τη μικρή μας πονηριά, την ανάγκη να φαινόμαστε πιο σημαντικοί από ό,τι είμαστε, την επιθυμία για έναν εύκολο δρόμο προς την επιτυχία. Η σάτιρα όμως του Μυριβήλη δεν είναι σκληρή, έχει μια τρυφερότητα που μας επιτρέπει να γελάμε και να σκεφτόμαστε.
-Αν έπρεπε να περιγράψετε τους δύο ήρωες με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν;
Πολυμήχανοι, φαύλοι, αστείοι.

-Αν οι «Κάλπηδες» ζούσαν σήμερα, θα ήταν influencers, πολιτικοί ή… επιτυχημένοι startuppers;
Ο ίδιος ο Μυριβήλης γράφει ότι στα χρόνια του θα ήταν υπουργοί. Αν ζούσαν πάντως σήμερα, νομίζω ότι θα δοκίμαζαν λίγο απ’ όλα. Ίσως να ξεκινούσαν ως influencers, να πειραματίζονταν με μια start-up και, αν έβλεπαν ότι έχει προοπτικές, να κατέληγαν και στην πολιτική. Το βασικό τους ταλέντο είναι να προσαρμόζονται και να βρίσκουν ευκαιρίες παντού.
-Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από το θέατρο;
Να φύγει με ένα αληθινό γέλιο, αλλά και με μια μικρή σκέψη. Ότι με τα ψέματα, τις πατέντες και το «πάμε κι όπου βγει» δεν μπορούμε να πάμε μακριά. Και ίσως, ότι το να μπορούμε να γελάμε με τον εαυτό μας είναι μια καλή αρχή για να αλλάξουμε κάτι. Αν ο θεατής φύγει με μια σκέψη που τον ακολουθεί, τότε κάτι έχει γίνει.

Η παράσταση
Τα παλιά τα χρόνια, ζούσαν πάνω στο νησί της Λέσβου δύο ξακουσμένοι κατεργάρηδες. Ο Ψευτοθόδωρος στη Χώρα και ο Καλπομανώλης στη Συκαμιά (το χωριό του Μυριβήλη). Κόμπαζαν και οι δύο πως κανείς δεν τους παραβγαίνει στην πονηριά και την μπαμπεσιά. Δεν άντεχαν όμως να ακούνε ο ένας για τα κατορθώματα του άλλου κι έτσι ξεκίνησαν να βρουν τον ανταγωνιστή τους, να τον ξεγελάσουν και να αποδείξουν μια και καλή ποιος είναι ο πρωταθλητής στην κατεργαριά. Συναντιούνται στη μέση της διαδρομής, και χωρίς να αναγνωρίσει ο ένας τον άλλον, ξεγελούν και ξεγελιούνται αμοιβαία, σε μια ευτράπελη σκηνή. Το «ματς» έχει έρθει ισόπαλο κι ο αντίπαλος αποδεικνύεται υπολογίσιμος.
Ποιος είναι όμως ο αρχικάλπης; Είναι ζήτημα τιμής και αξιοπρέπειας και πρέπει να λυθεί. Στην προσπάθειά τους να το λύσουν, οι δύο κάλπηδες μπλέκουν σε περιπέτειες, συναντούν πειρατές, θησαυρούς, βρυκόλακες, δαιμόνους και «περιποιητικούς» Ανατολίτες. Αφού κακοπάθουν αρκετά, αναγκάζονται να παραδεχτούν ο ένας την αξία του άλλου στην απατεωνιά, και να ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…
Σκηνοθεσία: Κώστας Παπακωνσταντίνου
Μουσική: Νίκος Ζουρνής
Φωτογραφίες: Νίκος Βαρδακαστάνης, Μελίνα Μπουκουβάλα
Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη
Ηθοποιοί: Αγγελική Μαρίνου, Δημοσθένης Ξυλαρδιστός, Δημήτρης Χατζημιχαηλίδης
Παραστάσεις: κάθε Κυριακή στις 18:00
Προπώληση: more.com
Θέατρο OLVIO: Ιεράς Οδού 67 & Φαλαισίας 7, Αθήνα