Μετά την περσινή επιτυχία και τα διθυραμβικά σχόλια της κριτικής, το έργο της Δέσποινας Αποστολίδου «Δικαίωμα στη Λήθη», επιστρέφει για δεύτερη σεζόν, σε σκηνοθεσία Νάνσυς Ρηγοπούλου, η οποία μαζί με τη συγγραφέα, ερμηνεύει επί σκηνής τις συγκλονιστικές ιστορίες του έργου.
Στο «Δικαίωμα στη Λήθη», η ταλαντούχα θεατρική συγγραφέας και ηθοποιός, Δέσποινα Αποστολίδου φέρνει στο προσκήνιο τον κόσμο των ανθρώπων που δοκιμάζονται από ψυχικές ασθένειες. Έπειτα από εκτενή έρευνα, ζωντανεύει μαρτυρίες ασθενών, φροντιστών και επαγγελματιών υγείας, από το 1924 έως σήμερα.
Λίγες ημέρες πριν την πρεμιέρα της παράστασης, στις 17 Φεβρουαρίου στο θέατρο Άβατον η Δέσποινα Αποστολίδου και η Νάνσυ Ρηγοπούλου, μίλησαν στο Newsbeast.

– Το «Δικαίωμα στη Λήθη» βασίζεται σε πραγματικές μαρτυρίες από το 1924 έως σήμερα. Πώς διαχειρίστηκες δραματουργικά αυτό το υλικό ώστε να διατηρηθεί ο σεβασμός στην αλήθεια των ανθρώπων αλλά και η θεατρικότητα;
Δ. Απ.: Μέσα από αυτή τη μικρή ιστορική αναδρομή ο σκοπός ήταν να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη στον τομέα της ψυχικής υγείας μέσα στα χρόνια, καθώς και την αντιμετώπιση των ψυχικά ασθενών και των οικογενειών τους από την κοινωνία την εκάστοτε χρονική περίοδο. Οι μαρτυρίες διακόπτουν τη ροή του έργου σαν να βρισκόμαστε μέσα σε μια χρονομηχανή. Παλαιότερα, άνθρωποι κλείνονταν στα ψυχιατρεία απλώς γιατί παρέκκλιναν από τις κοινωνικές νόρμες ή γιατί οι πολιτικές τους πεποιθήσεις ήταν ενάντια στο καθεστώς και όχι γιατί έπασχαν στην πραγματικότητα από κάποια ασθένεια. Αυτό ήταν κάτι που δεν γνώριζα μέχρι να ξεκινήσω να ερευνώ αυτό το θέμα. Οι μαρτυρίες είναι τόσο συναισθηματικά φορτισμένες που η αλήθεια των ανθρώπων μεταφέρεται στη σκηνή σχεδόν αυτούσια και είναι συγκλονιστική και συγκινητική. Χρειάστηκε ελάχιστη δραματουργική επεξεργασία.
– Τι ήταν αυτό που σε συγκλόνισε περισσότερο κατά την έρευνά σου γύρω από τις εμπειρίες ασθενών, φροντιστών και επαγγελματιών ψυχικής υγείας;
Δ. Απ.: Όπως προανέφερα, προχωρώντας με την έρευνα ήρθα αντιμέτωπη με ζητήματα που δεν είχα υπόψη μου πριν. Όπως ο εγκλεισμός ανθρώπων που δεν ήταν πραγματικά άρρωστοι, αλλά συνέτρεχαν άλλοι λόγοι για τους οποίους οδηγήθηκαν εκεί (κοινωνικοί, πολιτικοί, οικονομικοί κλπ.). Με συγκλόνισε το γεγονός ότι παρόλο που οι άνθρωποι αυτοί ήταν απόλυτα υγιείς επηρεάστηκαν σε τέτοιο βαθμό από το περιβάλλον έως ότου αφομοιώθηκαν πλήρως σε αυτό. Σε πολλές περιπτώσεις, οι δικοί τους άνθρωποι απομακρύνθηκαν εντελώς κι έκοψαν κάθε επαφή μαζί τους. Επίσης, τα προβλήματα που αντιμετώπισαν εργαζόμενοι σε ψυχιατρεία, όπως στη Λέρο, σχετικά με τη δική τους ψυχική υγεία που οδήγησαν σε σοβαρές αλλαγές της προσωπικότητάς τους και σε βίαιες συμπεριφορές προς την οικογένειά τους. Αυτά αφορούν κυρίως παλαιότερες εποχές. Προχωρώντας στον χρόνο και πλησιάζοντας στο σήμερα, παρατήρησα τη σημαντική βελτίωση των συνθηκών κυρίως λόγω της φροντίδας και της αγάπης προς τους ασθενείς των επιστημόνων ψυχικής υγείας και των εργαζόμενων στον τομέα αυτό.

– Το έργο θίγει έντονα το ζήτημα του στίγματος και της ντροπής γύρω από την ψυχική ασθένεια. Πιστεύεις ότι σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα μετά τις πρώτες μαρτυρίες που παρουσιάζονται, έχει αλλάξει ουσιαστικά κάτι;
Δ. Απ.: Το έργο επικεντρώνεται στο στενό οικογενειακό περιβάλλον των ψυχικά ασθενών, το ζήτημα του στίγματος είναι το βασικό θέμα. Δυστυχώς, η πλευρά των φροντιστών, οι οποίοι επηρεάζονται ψυχικά και σωματικά από την κατάσταση, δεν λαμβάνεται υπόψη. Έχουν να διαχειριστούν τον κοινωνικό αποκλεισμό από το ευρύτερο περιβάλλον με αποτέλεσμα να μη μπορούν ουσιαστικά να λάβουν την βοήθεια και την υποστήριξη που χρειάζονται. Το ίδιο ισχύει και για τους πάσχοντες ή ακόμα και για όσους λαμβάνουν κάποια φαρμακευτική αγωγή για ένα διάστημα, οι οποίοι ντρέπονται να το συζητήσουν με τον κοινωνικό ή επαγγελματικό τους περίγυρο. Σίγουρα, η κατάσταση αναφορικά με το στίγμα έχει βελτιωθεί αρκετά σε σχέση με το παρελθόν, αλλά ακόμα υπάρχουν ταμπού γύρω από αυτό το θέμα. Το στίγμα παραμένει ισχυρό μέχρι και σήμερα.
– Αν το κοινό κρατήσει μία μόνο σκέψη φεύγοντας από την παράσταση, ποια θα ήθελες να είναι;
Δ. Απ.: Θα ήθελα να κρατήσουν σαν σκέψη ότι η ουσιαστική σύνδεση με τους ανθρώπους μας είναι πολύ σημαντική. Να τους λέμε αυτά που έχουμε να τους πούμε, να μην ντρεπόμαστε. Όταν αυτό αρχίσει να δουλεύει μεταξύ των ανθρώπων σε μικρή κλίμακα, στις στενές μας σχέσεις δηλαδή, θα μπορέσει και να επεκταθεί.

– Η δράση εκτυλίσσεται σε ένα τηλεοπτικό πλατό που σταδιακά αποδομείται. Τι συμβολίζει για σένα αυτό το πλαίσιο και πώς το αξιοποίησες σκηνοθετικά;
Ν. Ρηγ.: Το τηλεοπτικό πλατό είναι ένας χώρος όπου η ανθρώπινη εμπειρία μπορεί να μετατραπεί σε θέαμα. Αλλά παράλληλα, και ένας χώρος όπου μπορεί να σου δώσει την ευκαιρία να μιλήσεις για αυτήν. Ακροβατείς, ανάμεσα στο «φαίνεσθαι» και το «είναι». Όμως, κάπου εκεί κρύβεται η αλήθεια σου. Η συγγραφέας Δέσποινα Αποστολίδου, επέλεξε εύστοχα έναν τέτοιο χώρο. Καθώς μιλώντας για την ψυχική ασθένεια είτε έχοντας εμπειρία, είτε όχι, δεν λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, επιλέγοντας την διαφάνεια, αλλά κρατάμε τους τύπους, όπως θα κάναμε σε ένα τηλεοπτικό πλατό μόλις ακούγαμε το «Πάμε»! Αυτό που αποδομείται λοιπόν κατά τη διάρκεια του γυρίσματος είναι οι τύποι, οι οποίοι κρατάμε και μας επιτάσσει η κοινωνία. Διαλύεται η εικόνα που πρέπει να φαίνεται προς τα έξω και βγαίνει η αλήθεια. Οι χαρακτήρες διώχνουν τη ντροπή και μιλάνε ανοιχτά για την ψυχική ασθένεια. Όχι όμως «on air», αλλά μέσα από τη σχέση που αναπτύσσουν μεταξύ τους σε κάθε διάλειμμα από το γύρισμα, αποδέχονται και παραδέχονται αυτά που έχουν ζήσει, χρησιμοποιώντας τελικά, Το Δικαίωμα στη Λήθη.
– Το έργο ισορροπεί ανάμεσα στο χιούμορ, τη συγκίνηση και την ένταση. Πόσο σημαντικό ήταν αυτό το εύρος συναισθημάτων για να μπορέσει το κοινό να αντέξει και να ακούσει αυτές τις ιστορίες;
Ν. Ρηγ.: Το έργο στηρίζεται σε αληθινά γεγονότα και μαρτυρίες. Είναι άνθρωποι, που υπήρξαν και υπάρχουν γύρω μας. Δεν είναι λοιπόν δυνατό να μην υπάρξει συγκίνηση, είτε από την πλευρά τον θεατών, είτε από τη δική μας, τόσο σε επαγγελματικό επίπεδο ως ηθοποιοί, αλλά και ως άνθρωποι. Παράλληλα η ένταση κορυφώνεται, μέσα από την εξέλιξη των καταστάσεων και των σχέσεων που δημιουργούνται στο έργο. Όσο αφορά το χιούμορ, δεν θα μπορούσε να λείπει, καθώς υπάρχει σε όλες τις στιγμές της ζωής μας. Αυτό το κάνει πολύ πιο προσιτό και τους χαρακτήρες βαθιά αληθινούς.

– Στο σκηνοθετικό σου σημείωμα αναφέρεσαι στο «δικαίωμα να κοιτάμε τους ανθρώπους μας στα μάτια χωρίς ντροπή». Πώς μεταφράζεται αυτή η σκέψη σε σκηνική πράξη;
Ν. Ρηγ.: Συχνά κατά τη διάρκεια του έργου, είτε την ώρα του γυρίσματος, είτε την ώρα του διαλείμματος, οι χαρακτήρες κοιτούν το κοινό και απογυμνώνονται. Βλέπουμε σε «close up» να μας λένε την αλήθεια τους χωρίς ντροπή, απλά κοιτώντας μας στα μάτια και προτρέποντας το κοινό να κάνουν και εκείνοι το ίδιο. Όχι με διάθεση νουθετική, αλλά ως μια πράξη απελευθέρωσης και αισιοδοξίας.
– Το ερώτημα του «Δικαιώματος στη Λήθη» μένει ανοιχτό μέχρι το τέλος. Εσύ προσωπικά, μετά από αυτή τη διαδρομή με το έργο, έχεις πλησιάσει μια απάντηση;
Ν. Ρηγ.: Είναι μια ερώτηση που θέλει σκέψη… Σκέψη, γιατί όπως είπα πιο πάνω από τη μία η κοινωνία μας, θέλει να κρατάμε τους τύπους. Και προκειμένου να είμαστε αρεστοί και αποδεκτοί σε αυτήν, αποκρύπτουμε αυτά που μας κάνουν να ντρεπόμαστε και μας καθιστούν ευάλωτους. Από την άλλη, μέσα από την προσωπική μου διαδρομή με το έργο, έχω καταλήξει ότι πρέπει να μιλάμε ανοιχτά για ένα θέμα, όπως είναι στη προκειμένη περίπτωση, η ψυχική υγεία για να πάψει επιτέλους να είναι ταμπού. Το οφείλουμε σε αυτούς τους ανθρώπους, είτε είναι συγγενείς ψυχικά ασθενών, είτε είναι οι ίδιοι ασθενείς. Το να πεις την αλήθεια σου χωρίς να ντρέπεσαι ξεφορτώνεσαι το μισό βάρος. Στόχος του έργου λοιπόν – και με αυτόν τελικά εντάσσομαι – είναι να μπορέσει το κοινό να δει μέσα από άλλη σκοπιά θέματα που αφορούν την ψυχική υγεία. Και επιπλέον, άνθρωποι που έχουν εμπειρία από μια ψυχική νόσο να πάρουν δύναμη και κουράγιο. Κοιτάζοντας μπροστά με το κεφάλι ψηλά.

Η υπόθεση
Σε ένα ιδιόμορφο πλατό τηλεοπτικής εκπομπής δύο γυναίκες που έχουν βιώσει την ψυχική ασθένεια στο οικογενειακό τους περιβάλλον, καλούνται να μιλήσουν για την εμπειρία τους. Σκοπός της εκπομπής είναι η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης μέσα από πραγματικές εμπειρίες ανθρώπων. Με οδηγό το χιούμορ, την συγκίνηση, την ένταση, οι χαρακτήρες αποκαλύπτονται και οι μάσκες της καθημερινότητας μπαίνουν στην άκρη. Πόσο εύκολο είναι να μιλήσουμε με ειλικρίνεια; Τι συμβιβασμούς κάνουμε για την κοινωνική αποδοχή; Πόσο ντρεπόμαστε, άραγε; Η ροή της εκπομπής διακόπτεται από μαρτυρίες ασθενών, φροντιστών, εργαζομένων ψυχικής υγείας, από την Ελλάδα του 1924 μέχρι και σήμερα. Κλεφτές ματιές σε μια διαφορετική πραγματικότητα.
Ταυτότητα παράστασης
Συντελεστές:
Κείμενο: Δέσποινα Αποστολίδου
Σκηνοθεσία: Νάνσυ Ρηγοπούλου
Παίζουν: Νάνσυ Ρηγοπούλου, Δέσποινα Αποστολίδου
Πρωτότυπη μουσική: Ελισάβετ Γούναρη
Φωτογραφίες: Μαρία Μονάντερου
Υπεύθυνη επικοινωνίας: Γιώτα Δημητριάδη
Παραστάσεις: Από Τρίτη 17/02 έως Τρίτη 17/03.
Ώρα έναρξης: 21.00
Διάρκεια παράστασης: 70 λεπτά
Προπώληση εισιτηρίων: more.com
Θέατρο Άβατον: Ευπατριδών 3 ,Γκάζι