Δικαστήριο στην Κωνσταντινούπολη επέβαλε χθες Τρίτη ποινή φυλάκισης δυόμισι ετών στον Τούρκο δημοσιογράφο Ζαφέρ Αράπκιρλι, σχολιαστή της αντιπολιτευόμενης εφημερίδας BirGün, με την κατηγορία της «διασποράς παραπλανητικών πληροφοριών», σύμφωνα με μη κυβερνητικές οργανώσεις και το μέσο στο οποίο εργάζεται.
Ο κ. Αράπκιρλι είχε παραπεμφθεί σε δίκη για σχόλια που είχε κάνει μέσω X όσον αφορά τις πολυαίμακτες συγκρούσεις στη Συρία μετά την ανατροπή, τον Δεκέμβριο του 2024, του μέχρι τότε προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ.
Οι δημοσιεύσεις του αναφέρονταν κυρίως στα πολύνεκρα επεισόδια ανάμεσα σε οπαδούς του Άσαντ και δυνάμεις προσκείμενες στις νέες συριακές de facto αρχές, σε πόλεις και χωριά με κατοίκους κατά πλειονότητα αλαουίτες.
Dezenformasyon yasasından 2 yıl 6 ay hapis cezası alan BirGün yazarı Zafer Arapkirli, karara tepki gösterdi: "Esas olan bizim kamuoyunu bilgilendirmemize yasak getirilmesi!"https://t.co/SOzto9Bc8U pic.twitter.com/8W3qUlbct4
— BirGün Gazetesi (@BirGun_Gazetesi) April 14, 2026
Η Τουρκία, η οποία παρείχε υποστήριξη στην έφοδο των ανταρτών η οποία ανέτρεψε τον πρώην πρόεδρο Άσαντ, διατηρεί έκτοτε πολύ στενές σχέσεις με τη νέα εξουσία στη Συρία υπό τον πρόεδρο Άχμεντ Αλ Σάρα.
Απευθυνόμενος στην έδρα, ο κ. Αράπκιρλι είπε πως δεν επρόκειτο να υπερασπιστεί καν τον εαυτό του για τις κατηγορίες σε βάρος του, τις οποίες χαρακτήρισε ανυπόστατες: «Εδώ, παρουσία του εισαγγελέα, θέλω να καταγγείλω ένα έγκλημα πολύ πιο σοβαρό: το ότι βυθίζεται η κοινή γνώμη σε βαθύ σκοτάδι», είπε, σύμφωνα με την ΜΚΟ Ένωση για τη Μελέτη των Μέσων Ενημέρωσης και του Δικαίου (Medya ve Hukuk Çalışmaları Derneği, MLSA).
Το δικαστήριο τον αθώωσε για τη δεύτερη κατηγορία σε βάρος του, αυτήν της «υποκίνησης μίσους», ανέφερε σε ρεπορτάζ της η BirGün.
Ο Ερόλ Εντέρογλου, στέλεχος της ΜΚΟ Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (Reporters sans frontières, RSF) στην Τουρκία, στηλίτευσε την ετυμηγορία, τονίζοντας ότι σκοπός είναι «να στερηθεί τον κοινωνικό του ρόλο ένας δημοσιογράφος με καριέρα 42 χρόνων».
«Η δημοσιογραφία δεν θα μπορέσει να πάψει να είναι επικίνδυνο επάγγελμα όσο δεν τερματίζεται η εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης» στην Τουρκία, πρόσθεσε.
Κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνέντευξής του στο Γαλλικό Πρακτορείο, ο κ. Αράπκιρλι είπε πως θα ασκήσει έφεση στην απόφαση του δικαστηρίου, παρότι οι ποινές τριών ετών και κάτω σπανίως εφαρμόζονται στην Τουρκία. Ωστόσο, σημαίνουν κατά κανόνα πως οι καταδικασθέντες πρέπει να παρουσιάζονται σε μεταγενέστερες δικαστικές διαδικασίες κι έχουν δυσβάστακτο κόστος για δικηγόρους και δικαστικά έξοδα.
Ερωτηθείς τι σημαίνει η απόφαση της δικαιοσύνης, απάντησε ότι οι τουρκικές αρχές «προσπαθούν να εμποδίσουν τη δουλειά μας, αλλά η αντίστασή μας θα συνεχιστεί ό,τι κι αν γίνει».
Μίλησε για «προσπάθεια να μας δέσουν τα χέρια, να μας εκφοβίσουν», για «μορφή καταστολής».
«Πρόκειται για πρακτικές συνηθισμένες σε καταπιεστικά καθεστώτα. Αλλά θα προσπαθήσουμε να τις ξεπεράσουμε χάρη στην αλληλεγγύη», συμπλήρωσε ο δημοσιογράφος.
Παράλληλα, σε άλλη υπόθεση, δικαστήριο αθώωσε τη δημοσιογράφο Σούλε Άιντεν, όμως καταδίκασε τρεις συναδέλφους της να εκτίσουν ποινές φυλάκισης, για σχόλια που είχαν γίνει σε τηλεοπτική εκπομπή το 2024 στο αντιπολιτευόμενο τηλεοπτικό δίκτυο Halk TV όσον αφορά τις εμπορικές ανταλλαγές Τουρκίας-Ισραήλ.
Ο δημοσιογράφος Τιμούρ Σοϊκάν καταδικάστηκε να εκτίσει 10 μήνες φυλάκισης για «παραβίαση εμπιστευτικότητας» ενώ ο Μουράτ Αϊρέλ και ο Μπαρίς Πεχλιβάν καταδικάστηκαν να εκτίσουν ο καθένας έναν χρόνο και τρεις μήνες για «διασπορά παραπλανητικών πληροφοριών», ανέφερε η MLSA.
Το 2022, η κυβέρνηση του τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε προωθήσει και εξασφαλίσει την έγκριση αμφιλεγόμενου νόμου, που προβλέπει ότι επισύρονται ποινές ως και τριών ετών φυλάκισης για το αδίκημα της διασποράς «παραπλανητικών» πληροφοριών.
Ο λεγόμενος νόμος περί «παραπληροφόρησης» -ο οποίος έχει καταγγελθεί επανειλημμένα ως νόμος με σκοπό τη «λογοκρισία» από επικριτές του τούρκου προέδρου Ερντογάν- επέκτεινε την εμβέλεια προηγούμενων διατάξεων για τα ΜΜΕ, ώστε να συμπεριλαμβάνονται επίσης δημοσιεύσεις στο διαδίκτυο και ειδικά στους ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης.
Τα Ηνωμένα Έθνη είχαν την εποχή καλέσει την Άγκυρα να εγγυηθεί τον πλήρη σεβασμό της ελευθερίας της έκφρασης, επισημαίνοντας πως ο νόμος άφηνε μεγάλα περιθώρια για καταχρήσεις.
Η ΜΚΟ RSF, που καταγγέλλει την «καταστολή του δικαιώματος στην ενημέρωση» στην Τουρκία, τοποθετεί την χώρα στην 159η θέση από τις συνολικά 180 στην κατάταξή της ως προς την ελευθερία του Τύπου, ανάμεσα στο Πακιστάν και τη Βενεζουέλα.