Οι ΗΠΑ θα μπορούν να απελαύνουν στην Κόστα Ρίκα κάπου 25 μετανάστες από τρίτες χώρες σε εβδομαδιαία βάση, ορίζει συμφωνία που υπογράφηκε από τις κυβερνήσεις των δύο κρατών χθες Δευτέρα στο Σαν Χοσέ.

Τη συμφωνία υπέγραψαν αντίστοιχα η Κρίστι Νόεμ, ειδική απεσταλμένη της Ουάσινγκτον αρμόδια για τη Λατινική Αμερική -ως πολύ πρόσφατα, υπουργός Εσωτερικής Ασφαλείας-, και ο απερχόμενος κοσταρικανός πρόεδρος Ροδρίγο Τσάβες, με παρούσα την εκλεγμένη πρόεδρο Λάουρα Φερνάντες, που θα τον διαδεχθεί την 8η Μαΐου.

Για πολλούς το πρόσωπο της πολιτικής μαζικών απελάσεων του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, η κ. Νόεμ απαλλάχθηκε την 6η Μαρτίου από τα καθήκοντα της υπουργού Εσωτερικής Ασφαλείας, έπειτα από ακροάσεις στο Κογκρέσο όσον αφορά τους θανάτους δύο Αμερικανών στη Μινεάπολη από πυρά Αμερικανών πρακτόρων, συμπεριλαμβανομένης μητέρας από σφαίρες πράκτορα της αστυνομίας μετανάστευσης (ICE). Ο διορισμός του διαδόχου της Μαρκγουέιν Μάλιν επιβεβαιώθηκε χθες από τη Γερουσία.

Σύμφωνα με τον Ροδρίγο Τσάβες, η Κόστα Ρίκα αποδεικνύεται με τη συμφωνία αυτή, «για ακόμη μια φορά», πως είναι «σύμμαχος των ΗΠΑ στα ζητήματα που μετράνε».

«Πρόκειται για οικειοθελή συμφωνία, δυνάμει της οποίας θα μπορούμε να απορρίπτουμε οποιονδήποτε, να μην αποδεχόμαστε κάποιες εθνικότητες, αλλά θα συνεργαζόμαστε, με σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα μας», πρόσθεσε ο πρόεδρος της δεξιάς.

Επίσημη ανακοίνωση της κυβέρνησης αναφέρει ότι οι μετανάστες που θα απελαύνονται θα έχουν «προσωρινό νομικό καθεστώς όσο θα μελετάται η κατάστασή τους», χωρίς να διευκρινίζει υπό ποιους όρους ή πού θα διαμένουν.

Η Κόστα Ρίκα είχε ήδη δεχτεί πέρυσι να απελαθούν σε αυτήν από τις ΗΠΑ κάπου 200 μετανάστες και πρόσφυγες από το Αφγανιστάν, το Ιράν, αλλά και τη Ρωσία, πυροδοτώντας έντονες επικρίσεις από οργανώσεις υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διότι είχαν εγκλειστεί για μήνες σε κέντρο υποδοχής ευρισκόμενο σε απομονωμένη περιοχή στα σύνορα με τον Παναμά.

Η κ. Νόεμ προτού πάει στην Κόστα Ρίκα ταξίδεψε στη Δομινικανή Δημοκρατία και στην Ονδούρα, όπου συναντήθηκε με τους ηγέτες των δύο κρατών -αντίστοιχα τους προέδρους Λουίς Αμπιναδέρ και Νάσρι Ασφούρα- ως ειδική απεσταλμένη και στο πλαίσιο της λεγόμενης «Ασπίδας της Αμερικής», συμφωνίας της Ουάσινγκτον με κράτη της Λατινικής Αμερικής, την οποία ανακοίνωσε πρόσφατα ο πρόεδρος Τραμπ με σκοπό ιδίως να καταπολεμηθεί η διακίνηση ναρκωτικών.