Η Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν παρουσιάζεται ως «μοντέλο συνεργασίας κράτους–αγοράς», όμως τα στοιχεία των δημόσιων συμβάσεων δείχνουν ένα σφιχτό δίκτυο ημετέρων που θησαύρισαν μέσα σε μία δεκαετία. Στον πυρήνα βρίσκεται ένας μικρός κύκλος 13 επιχειρηματιών, φίλων και συγγενών του πρωθυπουργού, οι οποίοι μετά το 2010 είδαν τις δουλειές τους με το κράτος να εκτοξεύονται κατά πολλαπλάσια.
Κεντρικό παράδειγμα είναι ο Λάσλο Σιίι, ιδιοκτήτης της Duna Aszfalt, που πριν από την εκλογή του Όρμπαν κέρδισε έργα 247 εκατ. ευρώ, ενώ από το 2010 και μετά οι εταιρείες του εξασφάλισαν συμβάσεις 7,9 δισ. ευρώ, όπως η κατασκευή γέφυρας 747 εκατ. κοντά στα σύνορα με Κροατία και Σερβία. Συνολικά, 42 εταιρείες που ανήκουν στους 13 στενούς συνεργάτες συγκέντρωσαν το 14% όλων των ποσών των κρατικών διαγωνισμών επί Όρμπαν, έναντι μόλις 1% την περίοδο 2005–2010.
Το μέσο ετήσιο ύψος των συμβάσεων για το δίκτυο αυτό ανήλθε σε 1,8 δισ. ευρώ μεταξύ 2010 και τέλους 2025, όταν στα πέντε προηγούμενα χρόνια ήταν μόλις 121 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Ο Ούγγρος οικονομολόγος Ιστβαν Γιάνος Τόθ χαρακτηρίζει το μοντέλο «κλοπετοκρατία», υποστηρίζοντας ότι μια νέα ελίτ λεηλατεί δημόσιους πόρους σε περιβάλλον αποδυναμωμένου κράτους δικαίου.
Όρμπαν, Ουγγαρία και «ολιγάρχες» του καθεστώτος
Κομβικός παίκτης είναι ο παιδικός φίλος του πρωθυπουργού, Λőrinc Mészáros, ο οποίος από επαρχιακό εργολάβο εξελίχθηκε στον πλουσιότερο άνθρωπο της Ουγγαρίας χάρη σε κρατικά κατασκευαστικά έργα και εξαγορές εταιρειών, πολλές φορές πάνω στα απομεινάρια του πρώην συμμάχου Λάγιος Σίμικσκα. Στο δίκτυο περιλαμβάνονται επίσης ο γαμπρός του Όρμπαν, Ιστβαν Τίμπορτς, ο φίλος του από τις πεζοπορίες Ιστβαν Γκαράντσι και ο διαφημιστής Γκιούλα Μπάλασι, όλοι δικαιούχοι εντυπωσιακής αύξησης δημοσίων συμβάσεων.
Έρευνες που χρηματοδότησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δείχνουν ότι οι πολιτικά διασυνδεδεμένοι με το Fidesz είναι 2,5 έως 3,3 φορές πιθανότερο να κερδίσουν κρατικούς διαγωνισμούς, ενώ οι εταιρείες του «συστήματος Όρμπαν» κέρδισαν 12 δισ. ευρώ σε συμβάσεις χρηματοδοτούμενες από την ΕΕ μετά το 2010, έναντι 379 εκατ. πριν. Παρά το πάγωμα περίπου 27 δισ. ευρώ σε κονδύλια λόγω ανησυχιών για διαφθορά, γύρω στα 18 δισ. παραμένουν παγωμένα, ενώ 700 εκατ. ευρώ σε έργα συνέχισαν να κατακυρώνονται σε συνδεδεμένες εταιρείες ακόμη και μετά την έναρξη των κυρώσεων.
Όρμπαν, Ουγγαρία και η «φάμπρικα» των διαγωνισμών
Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία είναι η εκτόξευση των διαγωνισμών με έναν μόνο υποψήφιο, πρακτική που πλήττει τον ανταγωνισμό αλλά παραμένει τυπικά νόμιμη εφόσον οι όροι της προκήρυξης το επιτρέπουν. Από το 2010 έως το 2023, οι «πολιτικά συνδεδεμένες» εταιρείες κέρδισαν το 45% των συμβάσεών τους σε μονοπρόσωπους διαγωνισμούς, ποσοστό που ανέβηκε στο 69% την περίοδο 2024–25, όταν ο μέσος όρος της αγοράς έμεινε περίπου στο 29%.
Στελέχη της OLAF αναγνωρίζουν ότι είναι δύσκολο να στοιχειοθετηθεί ποινική διαφθορά, όμως κάνουν λόγο για «στρέβλωση» των διαδικασιών, με υπερσυγκέντρωση έργων σε λίγες κατασκευαστικές, σε έναν κλάδο που κανονικά θα έπρεπε να προσελκύει ευρωπαϊκό ανταγωνισμό. Οι ίδιες οι εταιρείες, όπως η Duna Aszfalt, αποδίδουν την επιτυχία τους σε «οργανική ανάπτυξη», εμπειρία και συνέπεια στην παράδοση έργων, επιμένοντας ότι κέρδιζαν και διεθνείς διαγωνισμούς.
Πολιτική πίεση και μάχη για την εξουσία στην Ουγγαρία
Το σκάνδαλο των δημοσίων συμβάσεων έχει αναδειχθεί σε κεντρικό θέμα της προεκλογικής αντιπαράθεσης, με την αντιπολίτευση να προηγείται ακόμη και με διψήφια διαφορά σε ορισμένες δημοσκοπήσεις και την 16ετή κυριαρχία Όρμπαν να αμφισβητείται ευθέως. Ο αντίπαλός του, Πέτερ Μάγκιαρ, έχει προσωποποιήσει την κριτική, αποκαλώντας τον πρωθυπουργό «τρομοκρατημένο αυτοκράτορα του Χάτβανπουστα», παραπέμποντας σε ιστορικό κτήμα που ανήκει πλέον στον πατέρα του Όρμπαν, σύμφωνα με τους Financial Times.
Ο Όρμπαν αρνείται κατηγορηματικά τη διαφθορά και υπερασπίζεται το «Σύστημα Εθνικής Συνεργασίας» ως στρατηγική ενίσχυσης της ουγγρικής αστικής τάξης απέναντι στις δυτικές πολυεθνικές που κυριαρχούσαν στα έργα υποδομών πριν το 2010. Στην πράξη, όμως, τα στοιχεία δείχνουν ένα σύστημα όπου ο κόσμος του πρωθυπουργού κερδίζει δυσανάλογο μερίδιο από τα δημόσια έργα, συμπεριλαμβανομένων αυτών που πληρώνει ο ευρωπαίος φορολογούμενος.