Οι αμερικανικές επιδρομές κατά του Ιράν, η αποχώρηση από τη συμφωνία του 2015 και η κλιμακούμενη σύγκρουση με το καθεστώς της Τεχεράνης επαναφέρουν με οξύ τρόπο στο προσκήνιο το ζήτημα «Ιράν και πυρηνικά» ως κεντρική απειλή για τη διεθνή ασφάλεια. Ταυτόχρονα, η Τεχεράνη αξιοποιεί δίκτυα επιρροής από τη Μέση Ανατολή μέχρι τη Λατινική Αμερική, ενώ η βία στο Ιράν λειτουργεί ως υπόδειγμα για αυταρχικά καθεστώτα και ως επιχείρημα για ηγέτες όπως ο Κιμ Γιονγκ Ουν να ενισχύσουν τη δική τους πυρηνική αποτροπή.

Τις τελευταίες δεκαετίες, κάθε Αμερικανός πρόεδρος –από τον Ρόναλντ Ρέιγκαν μέχρι τον Μπιλ Κλίντον και τον Μπαράκ Ομπάμα– διακήρυξε ότι το Ιράν δεν μπορεί να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, χωρίς όμως να προχωρήσει σε αποφασιστική δράση για να το αποτρέψει. Η επικρατούσα αφήγηση σε τμήμα των δυτικών ΜΜΕ θέλει την Τεχεράνη να έχει «συγκρατηθεί» από τη συμφωνία Ομπάμα (JCPOA) μέχρι που ο Ντόναλντ Τραμπ «τα διέλυσε όλα», όμως συντηρητικές φωνές στις ΗΠΑ μιλούν για μια πιο σκοτεινή και συνεχόμενη ιστορία: ένα καθεστώς που ουδέποτε εγκατέλειψε τον στόχο της βόμβας.

Πυρηνικά και Ιράν: Η «πραγματική» ιστορία

Σύμφωνα με αυτή την οπτική, η Τεχεράνη επιδιώκει συστηματικά εδώ και δεκαετίες την απόκτηση πυρηνικών όπλων, ανεξάρτητα από το ποιος βρίσκεται στον Λευκό Οίκο ή ποια συμφωνία βρίσκεται σε ισχύ. Η συμφωνία του 2015 περιόρισε για ένα διάστημα τις πιο ορατές πτυχές του προγράμματος, όμως δεν έσβησε τη φιλοδοξία, ενώ ταυτόχρονα άφησε άθικτη την ικανότητα του Ιράν να αναπτύσσει πυραυλικά συστήματα μεγάλης εμβέλειας.

Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται από τους υποστηρικτές του ως ο πρώτος που «έσπασε τον φαύλο κύκλο» δηλώσεων χωρίς πράξεις, εγκαινιάζοντας μια περιορισμένη αλλά κλιμακούμενη στρατιωτική εκστρατεία για να διακόψει το πυρηνικό πρόγραμμα και να αποθαρρύνει τις φιλοδοξίες της Τεχεράνης. Η επιχειρηματολογία αυτή στηρίζεται όχι μόνο στο πυρηνικό ζήτημα, αλλά και στον ρόλο του Ιράν στη χρηματοδότηση τρομοκρατικών οργανώσεων και ασύμμετρων επιθέσεων κατά αμερικανικών και συμμάχων στόχων.

Πυρηνικά, Ιράν και παγκόσμιο ντόμινο

Η τρέχουσα πολεμική σύγκρουση δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή: η Ουάσιγκτον βλέπει στο Ιράν τον κρίκο μιας ευρύτερης αλυσίδας αναθεωρητικών δυνάμεων από την Τεχεράνη μέχρι τη Μόσχα και το Πεκίνο. Στην Ασία, η Βόρεια Κορέα παρατηρεί προσεκτικά τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα κατά μιας χώρας χωρίς πλήρως ανεπτυγμένο πυρηνικό οπλοστάσιο και αντλεί το μήνυμα ότι τα δικά της πυρηνικά είναι εγγύηση επιβίωσης του καθεστώτος Κιμ.

Την ίδια στιγμή, στην «πίσω αυλή» των ΗΠΑ, καθεστώτα όπως της Βενεζουέλας, της Κούβας, της Νικαράγουας και της Βολιβίας διατηρούν στενές διπλωματικές, στρατιωτικές και υπηρεσιακές σχέσεις με την Τεχεράνη, επιτρέποντας –σύμφωνα με αμερικανικά δημοσιεύματα– τη διείσδυση ιρανικών και φιλοϊρανικών δικτύων στη Λατινική Αμερική. Η ιστορία της διείσδυσης της Χεζμπολάχ στην Αργεντινή και αλλού παρουσιάζεται ως προειδοποίηση για το πώς ένα πυρηνικά ενισχυμένο Ιράν θα μπορούσε να επεκτείνει την εμβέλειά του πολύ πέρα από τον Περσικό Κόλπο.

Πυρηνικά, Ιράν και αμερικανική πόλωση

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η αντιπαράθεση για τα πυρηνικά του Ιράν έχει μετατραπεί σε ακόμη ένα μέτωπο κομματικού πολέμου μεταξύ Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών. Αρθρογράφοι που αυτοπροσδιορίζονται ως Δημοκρατικοί επισημαίνουν ότι η στήριξη ή η απόρριψη της στρατηγικής Τραμπ δεν μπορεί να γίνεται με κομματικά αντανακλαστικά, καθώς διακυβεύονται η ασφάλεια των ΗΠΑ και η αξιοπιστία των «κόκκινων γραμμών» απέναντι σε ένα επίμονα αναθεωρητικό καθεστώς, σύμφωνα με τη Wall Street Journal.

Παράλληλα, άλλες φωνές προειδοποιούν ότι η μονομερής, επιθετική στρατηγική της Ουάσιγκτον μπορεί να επιταχύνει τις πυρηνικές κούρσες σε άλλα μέρη του πλανήτη, ενισχύοντας όχι μόνο την αποφασιστικότητα της Πιονγκγιάνγκ αλλά και την πεποίθηση σε τρίτες χώρες ότι μόνο η απόκτηση πυρηνικών προσφέρει πραγματική ασφάλεια απέναντι στην αμερικανική ισχύ. Το βέβαιο είναι ότι η ατζέντα «πυρηνικά και Ιράν» δεν είναι πια ένα περιφερειακό ζήτημα, αλλά ο καθρέφτης πάνω στον οποίο αντανακλώνται οι νέες ισορροπίες ισχύος στον 21ο αιώνα.