Το σοκ των τιμών του φυσικού αερίου που βιώνει η Ευρώπη λόγω του πολέμου στο Ιράν θα μπορούσε να επιταχύνει την απεξάρτηση της περιοχής από τη ρωσική ενέργεια, την ώρα που η ευρωπαϊκή ήπειρος κινείται ακόμη περισσότερο προς την πλευρά των ΗΠΑ, αναφέρει το Reuters σε ανάλυσή του.
Η επίθεση του Ιράν που ανάγκασε την Qatar Energy, τον δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα LNG στον πλανήτη, να διακόψει την παραγωγή την περασμένη εβδομάδα, εκτόξευσε τις τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη κατά σχεδόν 50%. Αυτό ανέδειξε πόσο εκτεθειμένη παραμένει η Ευρώπη σε γεωπολιτικά σοκ εκτός των συνόρων της, αλλά και την ανάγκη για προτεραιότητα στην ενεργειακή ασφάλεια πάνω απ’ όλα.
Το 2025, το Κατάρ προμήθευε μόλις περίπου το 4% των εισαγωγών φυσικού αερίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά με αυτές τις ποσότητες να είναι πλέον μη διαθέσιμες, όλο και περισσότερο αμερικανικό φυσικό αέριο θα είναι αυτό που θα καθορίζει τις τιμές στην αγορά – οι ΗΠΑ είναι άλλωστε ο μεγαλύτερος παραγωγός και εξαγωγέας LNG στον κόσμο.
Αυτό, με τη σειρά του, θα μπορούσε να ενισχύσει τις προσπάθειες των ΗΠΑ να πιέσουν την Ευρώπη να επιταχύνει την πλήρη απεξάρτησή της από το ρωσικό αέριο. Αποτελεί κάτι που οι δυτικοί ηγέτες επιδιώκουν να επιτύχουν μέσω των κυρώσεων, τέσσερα χρόνια από την εισβολή της Μόσχας στην Ουκρανία.
Οποιαδήποτε προσωρινή χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο κατά τη διάρκεια του πολέμου δεν θα πρέπει να αλλάξει αυτή την πορεία προς LNG, σημειώνει το Reuters. Και η απειλή του Ρώσου Προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν την περασμένη εβδομάδα να διακόψει τις υπολειπόμενες εξαγωγές φυσικού αερίου της Ρωσίας προς την Ευρώπη θα δώσει περαιτέρω ώθηση στη μείωση αυτής της εξάρτησης.
Το ρωσικό αέριο εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει περίπου το 10% των εισαγωγών της ΕΕ. Η ΕΕ έχει νομοθετήσει τον τερματισμό όλων των εισαγωγών ρωσικού αερίου μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2027, όμως νομικές ασάφειες και παραθυράκια μπορεί να παρατείνουν την εξάρτηση από το ρωσικό αέριο πέραν του 2028.
H συνεχιζόμενη επιρροή της Ρωσίας στην Ανατολική Ευρώπη
Ενώ οι ΗΠΑ πλέον προμηθεύουν την πλειονότητα του LNG της Ευρώπης, η Gazprom παραμένει ο κυρίαρχος προμηθευτής φυσικού αερίου στην Κεντρική, Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη. Αυτές οι περιοχές είναι, επίσης, ο προορισμός για σχεδόν όλο το ρωσικό αέριο που ρέει μέσω αγωγών στην Ευρώπη, με το υπόλοιπο να εισέρχεται στις μέσω του αγωγού TurkStream που συνδέει τη Ρωσία με την Τουρκία.
Σε αντίθεση με τη Βόρεια Ευρώπη, που έχει διαφοροποιήσει τις ενεργειακές της λειτουργίες τα τελευταία χρόνια με νέoυς τερματικούς σταθμούς LNG και διασυνδέσεις αγωγών, οι κεντρικές και νοτιοανατολικές χώρες της Ευρώπης παραμένουν δομικά εκτεθειμένες. Περιορισμένη αποθήκευση, πολλά και διαφορετικά τιμολόγια μεταφοράς και πλημμελώς ενσωματωμένες αγορές στην ΕΕ έχουν διατηρήσει το ρωσικό αέριο μέσω αγωγών εμπορικά πιο ελκυστικό.
Γι’ αυτό, στη Διατλαντική Διάσκεψη για την ασφάλεια του ανεφοδιασμού αερίου που πραγματοποιήθηκε στην Ουάσιγκτον στα τέλη Φεβρουαρίου, λίγες ημέρες πριν ξεκινήσει η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, το μήνυμα των Αμερικανών ήταν ξεκάθαρο: επιταχύνετε τη ροή αμερικανικού LNG στις πιο ευάλωτες αγορές της Ευρώπης.
Νέα ενεργειακά σύνορα
Για να επιτευχθεί αυτό, ανώτατοι Αμερικανοί αξιωματούχοι και υπουργοί ενέργειας της Ευρώπης επικεντρώνονται σε ένα νέο εμβληματικό έργο: τον Κάθετο Διάδρομο Φυσικού Αερίου που συνδέει τους τερματικούς σταθμούς LNG της Ελλάδας με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Μολδαβία και την Ουκρανία.
Ο Κάθετος Διάδρομος Φυσικού Αερίου θα μπορούσε να επανακατευθύνει θεμελιωδώς τις εμπορικές ροές αερίου της Κεντρικής και Νότιας Ευρώπης προς τις διατλαντικές αλυσίδες εφοδιασμού, διασφαλίζοντας μακροχρόνιες εισαγωγές LNG και κάνοντας τα Βαλκάνια το νέο σύνορο της αγοράς για τους εξαγωγείς.
Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, μεγάλοι Αμερικανοί εξαγωγείς όπως η Cheniere και η Venture Global έχουν συμφωνήσει να προμηθεύουν περίπου 8 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως με συμβόλαια 20 ετών σε εμπόρους και κυβερνήσεις της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 10% των αμερικανικών εξαγωγών LNG στην ΕΕ το 2025.
Αυτοί οι αγοραστές έχουν με τη σειρά τους υπογράψει μη δεσμευτικές συμφωνίες εισαγωγής με ευρωπαίους ενδιάμεσους, ώστε να στηρίξουν τη ροή του LNG στις συγκεκριμένες περιοχές.
Η προθυμία των Ευρωπαίων ηγετών να δεσμευτούν σε μακροχρόνια συμβόλαια φυσικού αερίου, μετά από πάνω από μια δεκαετία συζητήσεων για την ανάγκη μείωσης της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων, αναδεικνύει τη νέα πραγματικότητα: οι ανησυχίες για την ενεργειακή ασφάλεια υπερισχύουν της ανάγκης απανθρακοποίησης.
Εμπόδια στην άνοδο του αμερικανικού LNG
Όπως επισημαίνεται, η επιτυχία του Κάθετου Διαδρόμου Φυσικού Αερίου είναι ακόμη μακριά από το να θεωρηθεί εγγυημένη. Τα διασυνοριακά τιμολόγια μεταξύ κεντρικών και νότιων ευρωπαϊκών χωρών παραμένουν απαγορευτικά υψηλά. Ωστόσο, οι περιφερειακοί διαχειριστές δικτύων προτείνουν μια νέα «υπερσυμφωνία» που θα επιτρέπει στους προμηθευτές να δεσμεύουν όλο το διάδρομο σε ένα συμβόλαιο.
Υπάρχουν επίσης εμπόδια στις υποδομές. Οι σταθμοί LNG δεν έχουν επαρκή αποθήκευση, πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να επεκταθούν οι υπόγειες εγκαταστάσεις στη Βουλγαρία και την Ουκρανία ώστε να καταστεί δυνατή η ροή μεγάλης κλίμακας.
Επιπλέον, χωρίς την οικονομική στήριξη της ΕΕ για να καλυφθεί το επιπλέον κόστος που απαιτείται ώστε οι διαχειριστές του συστήματος μεταφοράς να αναβαθμίσουν το δίκτυο, το ρωσικό αέριο που μεταφέρεται μέσω των υφιστάμενων αγωγών θα παραμείνει φθηνότερο, υπονομεύοντας τις προσπάθειες διαφοροποίησης.
Το ρωσικό αέριο εξακολουθεί να καταλαμβάνει σημαντικό μερίδιο της δυναμικότητας μεταφοράς της Τουρκίας μέσω του TurkStream. Και σε έναν ολοένα και πιο κατακερματισμένο γεωπολιτικό κόσμο, η Τουρκία μπορεί να μην θέλει να ευθυγραμμιστεί με τα συμφέροντα της Ευρώπης και των ΗΠΑ, ειδικά αν τα οικονομικά κίνητρα εξακολουθούν να κάνουν την εναλλακτική πιο ελκυστική.
Οι ΗΠΑ παρουσιάζουν τις εξαγωγές LNG ως ουσιώδεις για την οικονομική ασφάλεια της Ευρώπης, την βιομηχανική ανάπτυξη και ακόμη και τη νέα ζήτηση για νέες υποδομές – και η σύγκρουση στο Ιράν έχει δείξει ότι, υπό τις τρέχουσες συνθήκες, αυτό μάλλον ισχύει.
Κάποιοι ίσως αμφιβάλλουν κατά πόσο είναι συνετό να βαθύνει αυτή η εξάρτηση, ειδικά δεδομένης της απόφασης της Αμερικής να επιδιώξει τον πόλεμο στο Ιράν, την ώρα που γνώριζε την πιθανή αναταραχή που θα προκαλείτο στο διεθνές ενεργειακό σύστημα, σχολιάζει το Reuters.
Όμως η Ευρώπη έχει λίγες εναλλακτικές και η μείωση της επιρροής της Μόσχας στις οικονομίες της ΕΕ που είναι πιο εκτεθειμένες στην πολιτική και οικονομική πίεση ίσως αξίζει το ρίσκο, καταλήγει.