Οι ΗΠΑ επιχειρούν ξανά να αποδείξουν ότι μπορούν να κερδίσουν πολέμους «από απόσταση», αυτή τη φορά με επίκεντρο το Ιράν και την επιχείρηση Epic Fury, όμως το διακύβευμα ξεπερνά κατά πολύ την τύχη του ίδιου του ιρανικού καθεστώτος. Πρόκειται για ένα πείραμα πάνω στο ίδιο το αμερικανικό δόγμα πολέμου: αν δεν «δουλέψει» απέναντι σε μια μεσαία δύναμη όπως το Ιράν, δύσκολα θα σταθεί απέναντι σε έναν πραγματικό ομόλογο αντίπαλο όπως η Κίνα.

Η Ουάσιγκτον περιγράφει την εκστρατεία αεροπορικών και πυραυλικών πληγμάτων κατά του «αδύναμου» ιρανικού καθεστώτος ως μια ιδανική δοκιμασία της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος: μακράς ακτίνας, υψηλής ακρίβειας, με ελάχιστο ρίσκο για αμερικανικές ζωές. Το μοντέλο υπόσχεται αλλαγή συμπεριφοράς, κατάρρευση ή ακόμη και παράδοση ενός καθεστώτος χωρίς κατοχικό στρατό στο έδαφος – μόνο με στοχευμένα πλήγματα σε ηγεσία, βάσεις και κρίσιμες υποδομές.

Η «αμερικανική way of war» γεννήθηκε στον Πόλεμο του Κόλπου και τελειοποιήθηκε στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή τη δεκαετία του ’90, μέσα από κρουζ πυραύλους, stealth αεροσκάφη και κατευθυνόμενα όπλα. Όμως τα αδιέξοδα σε Ιράκ και Αφγανιστάν, όπου η τεχνολογία δεν μπόρεσε να υποκαταστήσει τις μπότες στο έδαφος, αποκάλυψαν ότι η αεροπορική υπεροχή δεν «κρατά» έδαφος ούτε σταθεροποιεί κοινωνίες.

ΗΠΑ – Ιράν και ο «πόλεμος φθοράς» της Ουκρανίας

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 φάνηκε να βάζει ταφόπλακα στην ιδέα του γρήγορου, «καθαρού» πολέμου: drones, τεχνητή νοημοσύνη και φθηνά πυρομαχικά επανέφεραν την κλασική λογική πολέμου φθοράς, όπου κερδίζει όποιος αντέχει περισσότερο σε ανθρώπινο δυναμικό και αποθέματα. Γι’ αυτό πολλοί διερωτώνται γιατί οι ΗΠΑ δεν μετασχηματίζουν ριζικά το οπλοστάσιό τους, επενδύοντας μαζικά σε φθηνά συστήματα αντί για πανάκριβες πλατφόρμες και βραχύβιμα stock από πυραύλους υψηλής τεχνολογίας.

Παρά τις εμπειρίες σε Ουκρανία, Ιράκ και Αφγανιστάν, η Ουάσιγκτον επιμένει ότι η λύση βρίσκεται στην τεχνολογική υπεροχή, προσαρμόζοντας απλώς τα νέα εργαλεία – όπως drones και ΑΙ – στο ήδη υπάρχον δόγμα, αντί να το αναθεωρήσει από μηδενική βάση. Η επιχείρηση Epic Fury παρουσιάζεται έτσι ως απάντηση στον «ζωντανό εφιάλτη» της Ουκρανίας: μια επίδειξη ότι οι ΗΠΑ μπορούν ακόμα να επιβάλλουν τη βούλησή τους χωρίς να βουλιάξουν σε πολυετείς εκστρατείες.

ΗΠΑ – Ιράν: επιτυχία-βιτρίνα ή στρατηγική παγίδα;

Στα χαρτιά, η επιχείρηση μοιάζει θρίαμβος: την πρώτη ημέρα η κοινή αμερικανοϊσραηλινή δράση φέρεται να αποκεφάλισε την ηγεσία ενός μισητού καθεστώτος και να έπληξε πάνω από 1.200 στόχους, με μόλις έξι Αμερικανούς στρατιωτικούς νεκρούς. Παράλληλα, αποκρούστηκε μία από τις μεγαλύτερες ομοβροντίες πυραύλων στην ιστορία και ένα αμερικανικό υποβρύχιο βύθισε εχθρικό πολεμικό πλοίο με τορπίλη, για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Πίσω από τη βιτρίνα, όμως, εμφανίζονται ήδη «ρωγμές»: πιθανό πλήγμα σε σχολείο με πάνω από 100 νεκρά παιδιά, κατάρριψη τριών F-15 από φίλια πυρά του Κουβέιτ, θολές πολιτικές στοχεύσεις από την κυβέρνηση Τραμπ, εκκρεμότητα για το αν θα σταλούν χερσαίες δυνάμεις και για πόσο. Την ίδια στιγμή, τα αμερικανικά αποθέματα πυραύλων και βομβών μειώνονται γρήγορα, ενώ το κόστος της επιχείρησης εκτινάσσεται, κάνοντας πολλούς συμμάχους να αναρωτιούνται αν αυτό το μοντέλο πολέμου είναι οικονομικά αναπαραγώγιμο.

Το δίλημμα για τους συμμάχους και το μέλλον του δόγματος ΗΠΑ

Για κράτη που παρακολουθούν με αγωνία, το ερώτημα είναι αν πρέπει να «αντιγράψουν» το ουκρανικό μοντέλο φθηνής φθοράς ή την αμερικανική συνταγή τεχνολογικής κυριαρχίας. Η έκβαση της σύγκρουσης ΗΠΑ – Ιράν μπορεί να καθορίσει πού θα πάνε δισεκατομμύρια σε εξοπλισμούς την επόμενη δεκαετία – σε stock drones και ρουκετών ή σε μικρούς αριθμούς προηγμένων, αλλά πανάκριβων πλατφορμών, σύμφωνα με τους Financial Times.

Αν η Ουάσιγκτον δεν καταφέρει μια γρήγορη, καθαρή νίκη και εμπλακεί σε μακρόχρονη οικοδόμηση κράτους ή ανταρτοπόλεμο ενάντια στις ιρανικές δομές εξουσίας, το πείραμα θα γυρίσει μπούμερανγκ. Τότε, οι ίδιες οι ΗΠΑ θα αναγκαστούν να ξαναγράψουν το δόγμα τους, μεταβαίνοντας σε μια στρατηγική πιο κοντά στην Ουκρανία παρά στον Πόλεμο του Κόλπου – με ό,τι αυτό σημαίνει για το διεθνές σύστημα ασφάλειας.