Η Γαλλία μπαίνει ξανά στην κάλπη για τις δημοτικές εκλογές, αλλά το διακύβευμα ξεπερνά κατά πολύ τα όρια των δήμων και των τοπικών ισορροπιών. Οι επόμενες ημέρες θα λειτουργήσουν ως γενική πρόβα για την προεδρική αναμέτρηση του 2027 και ως τεστ αντοχής για την ίδια την Ευρώπη απέναντι στην άνοδο της άκρας δεξιάς.
Παρά το γεγονός ότι οι δημοτικές εκλογές σπάνια «προβλέπουν» το αποτέλεσμα των προεδρικών, αυτή τη φορά το κλίμα είναι διαφορετικό. Με τα γκάλοπ να δίνουν στο Εθνικό Συναγερμό (RN) ξεκάθαρο προβάδισμα για το 2027, η κάλπη στους περίπου 35.000 δήμους της χώρας μετατρέπεται σε βαρόμετρο για το αν επιβιώνει ο ιστορικός «δημοκρατικός φραγμός» που κρατούσε μέχρι σήμερα την άκρα δεξιά εκτός προεδρίας. Το ερώτημα δεν είναι αν το RN μπορεί να διεκδικήσει την εξουσία, αλλά αν οι παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις που κάποτε το σταματούσαν, υπάρχουν ακόμη πολιτικά και κοινωνικά.
Γαλλία: οι κρίσιμες μάχες των δημοτικών εκλογών
Σε αυτή τη νέα πολιτική γεωγραφία, ορισμένες κούρσες αποκτούν βαρύτητα που ξεπερνά τον τοπικό τους χαρακτήρα. Στη Λε Αβρ, ο πρώην πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ, ένας από τους ελάχιστους αξιόπιστους κεντρώους υποψηφίους με προεδρικές φιλοδοξίες, δίνει μάχη επιβίωσης απέναντι σε μια συμμαχία της μετριοπαθούς αριστεράς με επικεφαλής τον συνδικαλιστή Ζαν-Πολ Λεκόκ. Αν χάσει τον δημαρχιακό θώκο, το σενάριο να εμφανιστεί ως ενωτικός αντίπαλος της άκρας δεξιάς το 2027 θα καταρρεύσει πριν καν δοκιμαστεί.
Νότια, στις μεσογειακές μητροπόλεις Νίκαια, Μασσαλία και Τουλόν, κρίνεται αν το RN μπορεί να μετατρέψει τη δημοσκοπική του δυναμική σε πραγματική, εκτελεστική εξουσία σε μεγάλες πόλεις. Στη Νίκαια, μια από τις πιο συντηρητικές μεγάλες πόλεις της χώρας, ο νυν δήμαρχος Κριστιάν Εστροζί, σύμμαχος του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, αντιμετωπίζει τον Ερίκ Σιοτί, πρώην ηγέτη των Ρεπουμπλικάνων που συμμάχησε με το RN. Οι δημοσκοπήσεις προμηνύουν ήττα του Εστροζί – ένα καμπανάκι για τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους που μέχρι χθες ορκίζονταν ότι δεν θα δεχτούν ποτέ συμμαχίες με την άκρα δεξιά, ούτε σε τοπικό επίπεδο.
Γαλλία και δημοτικές εκλογές: κατάρρευση ή αντεπίθεση του «δημοκρατικού μετώπου»;
Στη Μασσαλία, ο σοσιαλιστής δήμαρχος Μπενουά Παϊάν δίνει μάχη στήθος με στήθος στον πρώτο γύρο με τον υποψήφιο του RN, Φρανκ Αλιζιό. Το διακύβευμα δεν είναι απλώς η διοίκηση μιας τεράστιας, σύνθετης πόλης αλλά η επιβίωση της τακτικής της «χρήσιμης ψήφου»: αν κεντρώοι, δεξιοί και αριστεροί ψηφοφόροι θα συσπειρωθούν γύρω από έναν μετριοπαθή για να μπλοκάρουν την άκρα δεξιά στον δεύτερο γύρο. Μια νίκη του RN στη Μασσαλία θα ισοδυναμούσε με πολιτικό σεισμό, δείχνοντας ότι ο αποκαλούμενος «Ρεπουμπλικανικός Φραγμός» που στήριξε τον Μακρόν απέναντι στη Μαρίν Λεπέν το 2017 και το 2022, αποσυντίθεται.
Το Παρίσι, αντίθετα, μοιάζει λιγότερο ενδεικτικό για τις εθνικές ισορροπίες, παραμένοντας απρόσβλητο – προς το παρόν – από την άνοδο του RN. Εκεί, ο αγώνας επικεντρώνεται στην κόντρα μεταξύ του σοσιαλιστή αναπληρωτή δημάρχου Εμανουέλ Γκρεγκουάρ και της κεντροδεξιάς υπουργού Πολιτισμού Ρασιντά Ντατί, με τους ακροδεξιούς ψηφοφόρους να προτιμούν ολοένα και περισσότερο το κόμμα Reconquête του Ερίκ Ζεμούρ. Η πρωτεύουσα προσφέρει έτσι την εικόνα μιας μάχης εντός του «παραδοσιακού» χώρου, την ώρα που στην υπόλοιπη χώρα το παιχνίδι παίζεται στο αν οι ψηφοφόροι θα συνεχίσουν να ενώνουν δυνάμεις για να αποκλείσουν τα άκρα.
Γαλλία: οι δημοτικές εκλογές ως προάγγελος για την Ευρώπη
Πίσω από τις μεγάλες πόλεις, όμως, κρύβεται η πραγματική ιστορία: η αντοχή ή η κατάρρευση των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας στη βάση. Οι Σοσιαλιστές και οι Ρεπουμπλικάνοι, αν και καταρρακωμένοι σε εθνικό επίπεδο από το 2017 και μετά, εξακολουθούν να ελέγχουν πλήθος δήμων, «κληρονομιά» που διατηρήθηκε και χάρη στη χαμηλή συμμετοχή στις πανδημικές δημοτικές εκλογές του 2020. Κακή επίδοση τώρα θα μπορούσε να διαλύσει οριστικά τις ελπίδες ανάκαμψης και να ανοίξει το πεδίο για πιο ριζοσπαστικές δυνάμεις, όπως η Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λικ Μελανσόν, που κατεβαίνει με στόχο όχι τόσο να κερδίσει δημαρχεία, όσο να «στριμώξει» τους Σοσιαλιστές και να αποκλείσει την ανάδειξη μετριοπαθούς αριστερού προεδρικού υποψηφίου.
Την ίδια στιγμή, το RN κατεβάζει περισσότερους υποψηφίους από ποτέ σε όλη τη χώρα. Ακόμη κι αν δεν κερδίσει πολλές μεγάλες πόλεις, σταδιακές νίκες σε μικρότερους δήμους, κυρίως στον νότο και τον βορειοδυτικό άξονα, θα του δώσουν πολύτιμη κυβερνητική εμπειρία και θα το νομιμοποιήσουν ακόμη περισσότερο στα μάτια των ψηφοφόρων ως «κανονική» δύναμη εξουσίας.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το μήνυμα που θα εκπέμψει η Γαλλία από αυτές τις δημοτικές εκλογές αφορά ακριβώς αυτό: αν η ήπειρος εισέρχεται σε μια φάση όπου η άκρα δεξιά δεν είναι πια «ατύχημα» της κάλπης, αλλά μόνιμο στοιχείο του κυβερνητικού τοπίου. Για δεκαετίες, η γαλλική δημοκρατία στηριζόταν στην προθυμία των ψηφοφόρων να υπερβούν ιδεολογικές γραμμές για να μπλοκάρουν ακραία σενάρια στον δεύτερο γύρο. Το αν αυτό το αντανακλαστικό θα υπάρχει ακόμη το 2027 αποτελεί ίσως το κεντρικό ερώτημα όχι μόνο για τη Γαλλία, αλλά και για τη μελλοντική ισορροπία δυνάμεων στην ΕΕ, σύμφωνα με το Politico.
Αν οι δημοτικές κάλπες δείξουν ότι ο συνασπισμός που κρατούσε μέχρι τώρα την άκρα δεξιά εκτός Ελιζέ είναι απλώς τραυματισμένος, το Παρίσι και οι Βρυξέλλες θα κερδίσουν χρόνο για μια νέα στρατηγική. Αν, αντίθετα, αποδειχθεί ότι έχει ήδη καταρρεύσει, η Ευρώπη θα πρέπει να προετοιμαστεί για έναν γαλλικό πολιτικό σεισμό με συνέπειες σε όλο το οικοδόμημα.