Η νέα έκρηξη πολέμου στη Μέση Ανατολή απειλεί να γυρίσει ανάποδα την παγκόσμια οικονομία, με κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες να τρέχουν να προλάβουν ένα σοκ μεγαλύτερο ακόμη και από την πανδημία. Το πετρέλαιο Brent εκτινάχθηκε κοντά στα 120 δολάρια το βαρέλι από περίπου 72 δολάρια πριν ξεκινήσει ο πόλεμος με το Ιράν, προτού υποχωρήσει ξανά κάτω από τα 100 δολάρια μετά τη δέσμευση του Ντόναλντ Τραμπ ότι η σύγκρουση θα «λυθεί πολύ σύντομα» και με την υπόσχεση άρσης πετρελαϊκών κυρώσεων. Ωστόσο, η αβεβαιότητα για τη διάρκεια και την έκβαση του πολέμου, καθώς και για το πόσο γρήγορα μπορεί να αποκατασταθεί η ενεργειακή τροφοδοσία, σκοτεινιάζει απότομα τις προοπτικές ανάπτυξης.

Την ίδια ώρα, το ουσιαστικό κλείσιμο των θαλασσίων οδών στο Στενό του Ορμούζ εκτοξεύει τις τιμές σε LNG, λιπάσματα, αεροπορικά καύσιμα και κρίσιμες πρώτες ύλες, αναζωπυρώνοντας τον φόβο για νέο κύμα πληθωρισμού, επιβράδυνση της παραγωγής και νέα «μποτιλιαρίσματα» στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Ο δείκτης πίεσης των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων της Παγκόσμιας Τράπεζας βρισκόταν ήδη στο υψηλότερο επίπεδο από την εποχή της Covid πριν από τα χτυπήματα ΗΠΑ και Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου. Στις αγορές, η ημέρα της Δευτέρας καταγράφηκε ως μία από τις πιο ακραίες στην ιστορία του πετρελαίου, με ημερήσιο εύρος διακύμανσης 36 δολαρίων στο Brent, αντίστοιχο με τα σοκ της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Το Μαξίμου, οι Βρυξέλλες και όλες οι μεγάλες πρωτεύουσες παρακολουθούν με αγωνία, γνωρίζοντας ότι κάθε επιπλέον δολάριο στην τιμή του βαρελιού μεταφράζεται σε ακριβότερη βενζίνη, ακριβότερα αεροπορικά εισιτήρια, ακριβότερα τρόφιμα. Οι πρώτες αντιδράσεις είναι βραχυπρόθεσμες «ασπιρίνες»: σκέψεις για απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων, πλαφόν στις τιμές καυσίμων, στοχευμένες επιδοτήσεις και φοροελαφρύνσεις για επιχειρήσεις και αγρότες, ώστε να αντέξουν το ενεργειακό σοκ. Όμως ακόμη και οι ίδιοι οι αναλυτές προειδοποιούν ότι, αν ο πόλεμος παραταθεί, αυτά τα μέτρα δύσκολα θα αποτρέψουν μια βαθύτερη κρίση.

Όταν ο πόλεμος «πνίγει» την οικονομία

Ένδειξη του κλίματος συναγερμού είναι η έκτακτη τηλεδιάσκεψη των υπουργών Οικονομικών της G7, οι οποίοι συζήτησαν σενάρια συντονισμένης απελευθέρωσης πετρελαίου από τα στρατηγικά αποθέματα για να «σπάσουν» τον πανικό στην αγορά. Παρότι, σύμφωνα με τον Γάλλο υπουργό Οικονομικών Ρολάν Λεσκύρ, οι επτά ακόμη «δεν είναι εκεί» ως προς την άμεση αποδέσμευση, διαμηνύουν ότι είναι έτοιμοι να το πράξουν σε συνεννόηση με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας. Παρόμοιες συντονισμένες κινήσεις έχουν γίνει μόλις πέντε φορές στο παρελθόν, δύο εκ των οποίων μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Σε παράλληλη κίνηση, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ θα παρέχουν ασφαλιστικές εγγυήσεις και ναυτικές συνοδείες σε δεξαμενόπλοια που διασχίζουν το Στενό του Ορμούζ, δημιουργώντας πρόγραμμα αντασφάλισης ύψους έως 20 δισ. δολαρίων για πιθανά πολεμικά ρίσκα. Η Ουάσινγκτον, μάλιστα, χαλάρωσε και τους περιορισμούς στις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου από την Ινδία, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω άρσης κυρώσεων αν απαιτηθεί για τη σταθεροποίηση της αγοράς. Ο κίνδυνος που περιγράφουν οι οικονομολόγοι είναι σαφής: αν δεν βρεθεί γρήγορα «έξοδος κινδύνου» στη σύγκρουση, το σοκ μπορεί να μετατραπεί από προσωρινό πληθωριστικό χτύπημα σε πλήρη στασιμοπληθωρισμό, με ταυτόχρονη άνοδο τιμών και βύθιση της ανάπτυξης.

Ήδη, τα μεγάλα παραγωγά κράτη ενέργειας, όπως οι ΗΠΑ, η Βραζιλία και η Σαουδική Αραβία, εμφανίζονται σχετικά περισσότερο θωρακισμένα, όμως η τελική ζημιά θα είναι παγκόσμια: νοικοκυριά και επιχειρήσεις παντού θα περιορίσουν δαπάνες μπροστά στην ακρίβεια. Για τις κεντρικές τράπεζες, η «τέλεια καταιγίδα» υψηλού πληθωρισμού και χαμηλής ανάπτυξης καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την άσκηση νομισματικής πολιτικής: τα αρχικά σχέδια για μειώσεις επιτοκίων τίθενται υπό αναθεώρηση, με τις αγορές ήδη να περιορίζουν τα στοιχήματά τους για γρήγορες και βαθιές μειώσεις από Fed, ΕΚΤ και Τράπεζα της Αγγλίας.

Οικονομία σε καραντίνα… ξανά

Η νέα ενεργειακή κρίση χτυπά μια παγκόσμια οικονομία που παραμένει τραυματισμένη από την πανδημία, την πληθωριστική κρίση της περιόδου 2021–2023 και τις αλλεπάλληλες εμπορικές αντιπαραθέσεις. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες δεν πρόλαβαν να επανέλθουν πλήρως στην κανονικότητα μετά το 2022, όταν η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία άλλαξε τις ροές ενέργειας και εμπορίου, και τώρα δέχονται νέο χτύπημα από τον αποκλεισμό στο Ορμούζ. Ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, Μορίς Όμπστφελντ, προειδοποιεί ότι οι συνεχείς επιθέσεις του Τραμπ στο πολυμερές εμπορικό σύστημα και οι αντίμετρα άλλων χωρών το έχουν καταστήσει πιο «εύθραυστο» σε σχέση με το 2022, περιορίζοντας την ικανότητά του να απορροφά γρήγορα νέα σοκ.

Την ίδια στιγμή, το παγκόσμιο χρέος εκτινάχθηκε σε ιστορικό ρεκόρ 348 τρισ. δολαρίων το 2025, με τον ρυθμό αύξησης να είναι ο ταχύτερος από την εποχή της Covid, καθώς οι κυβερνήσεις δανείστηκαν μαζικά για να στηρίξουν κοινωνίες και οικονομίες. Οι αναπτυσσόμενες χώρες βρίσκονται στην πιο ευάλωτη θέση, με πάνω από 9 τρισ. δολάρια σε ανάγκες αναχρηματοδότησης μόνο για φέτος, ενώ ο οίκος Fitch προειδοποιεί για οξύ κίνδυνο πιστωτικής ασφυξίας αν οι τιμές ενέργειας παραμείνουν ψηλά. Στην κορυφή της λίστας κινδύνου βρίσκονται Ινδία και Φιλιππίνες, με καθαρές εισαγωγές ορυκτών καυσίμων που ξεπερνούν το 3% του ΑΕΠ, κάνοντάς τες ιδιαίτερα εκτεθειμένες σε νέα ενεργειακή καταιγίδα.

Στην Ασία, οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές στην καθημερινότητα: οδηγοί σε Ανόι και Μανίλα σχηματίζουν ουρές για καύσιμα, το Βιετνάμ μειώνει δασμούς σε προϊόντα πετρελαίου, η Ταϊλάνδη παγώνει τις τιμές υγραερίου και αυξάνει τα βιοκαύσιμα, ενώ Ινδονησία και Μαλαισία κρατούν σταθερές τις τιμές των επιδοτούμενων καυσίμων, φορτώνοντας το κόστος στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Στις Φιλιππίνες, η κυβέρνηση φτάνει στο σημείο να μειώσει την εργάσιμη εβδομάδα σε τέσσερις ημέρες και να επιβάλει μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας, γνωρίζοντας ότι τα αποθέματα καυσίμων φτάνουν μόλις μέχρι τον Απρίλιο, πριν την κορύφωση της θερινής ζήτησης.

Οικονομία, πόλεμος και «ευαίσθητα» εργοστάσια

Πίσω από τους τίτλους για «ακριβό πετρέλαιο» κρύβεται ένας ακόμη πιο επικίνδυνος κίνδυνος: η πιθανότητα να «σβήσουν» εργοστάσια αιχμής σε τεχνολογία όπως τα ημιαγωγά, αν η ενέργεια γίνει σπάνια ή απαγορευτικά ακριβή. Η Ταϊβάν, όπου εδρεύει η Taiwan Semiconductor Manufacturing Company (TSMC), ο μεγαλύτερος και πιο προηγμένος κατασκευαστής τσιπ στον κόσμο, τροφοδοτεί κρίσιμες βιομηχανίες όπως η Nvidia και η Apple, καθιστώντας την απρόσκοπτη λειτουργία της ζήτημα στρατηγικής σημασίας για την παγκόσμια παραγωγή. Ένα σοβαρό πλήγμα στην παραγωγή τσιπ θα μπορούσε να ακινητοποιήσει ολόκληρους κλάδους, από την αυτοκινητοβιομηχανία μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη, δημιουργώντας ένα ντόμινο που θα έκανε την τωρινή κρίση της οικονομίας ακόμη πιο επώδυνη, σύμφωνα με το Bloomberg.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι κυβερνήσεις μοιάζουν να παίζουν «άμυνα σε πολλά μέτωπα» ταυτόχρονα: ενεργειακή ασφάλεια, τιθάσευση πληθωρισμού, διαχείριση χρέους, στήριξη των πιο ευάλωτων και διατήρηση μιας ελάχιστης σταθερότητας σε αγορές, κοινωνίες και πολιτικά συστήματα. Όπως σημειώνει αναλυτής του Atlantic Council, όλοι έχουν συμφέρον να τελειώσει γρήγορα ο πόλεμος, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα συμβεί – και όσο η σύγκρουση παρατείνεται, τόσο η γραμμή μεταξύ «διαχειρίσιμου σοκ» και «παγκόσμιας κρίσης» γίνεται εξαιρετικά λεπτή.
.