Ο Πέδρο Σάντσεθ επέλεξε συνειδητά τη σύγκρουση με τον Ντόναλντ Τραμπ στο πολεμικό μέτωπο του Ιράν, μετατρέποντας μια κρίση ασφαλείας σε ευκαιρία εσωτερικής και ευρωπαϊκής πολιτικής ανάτασης.

Αρνούμενος τη χρήση των βάσεων Ρότα και Μορόν στην Ανδαλουσία για αμερικανικά πλήγματα κατά του Ιράν, ο Σάντσεθ υιοθέτησε σκληρή γραμμή «όχι στον πόλεμο», ακόμη και όταν ο Τραμπ απείλησε με πλήρη διακοπή του εμπορίου με την Ισπανία. Ο Ισπανός πρωθυπουργός δηλώνει ότι δεν θα γίνει «συνεργός σε κάτι επιζήμιο για τον κόσμο και αντίθετο με τις αξίες και τα συμφέροντά μας μόνο από φόβο για αντίποινα», επενδύοντας σε μια εικόνα ηγέτη που βάζει τις αρχές πάνω από το κόστος. Παράλληλα, η Μαδρίτη στέλνει φρεγάτα στην Ανατολική Μεσόγειο και συντονίζεται αμυντικά με Παρίσι και Λονδίνο, επιχειρώντας να δείξει ότι μπορεί να λέει «όχι» στον Λευκό Οίκο χωρίς να αποδυναμώνει τις δεσμεύσεις της στη συλλογική ασφάλεια.

Ο Σάντσεθ απέναντι στον Τραμπ: από το Ιράκ στο Ιράν

Η σύγκρουση Σάντσεθ – Τραμπ δεν εκτυλίσσεται σε κενό, αλλά πάνω σε μια μακρά ισπανική μνήμη: ο πρωθυπουργός παρομοιάζει τα πλήγματα σε ιρανικό έδαφος με την εισβολή στο Ιράκ το 2003, όταν ο Χοσέ Μαρία Αθνάρ είχε ταυτιστεί πλήρως με τον Τζορτζ Μπους προκαλώντας μαζικές διαδηλώσεις με το σύνθημα «No a la guerra». Τώρα, ο Σάντσεθ επαναφέρει το ίδιο σύνθημα, επιχειρώντας να παρουσιαστεί ως ο ηγέτης που «διορθώνει» το ιστορικό λάθος της ισπανικής Δεξιάς και υπερασπίζεται την εθνική κυριαρχία απέναντι στις πιέσεις της Ουάσιγκτον. Η σύγκρουση με τον Τραμπ, μάλιστα, λειτουργεί ως «σύμβολο αντίστασης» σε μια στιγμή που ο Ισπανός ηγέτης αντιμετωπίζει φθορά από σκάνδαλα και άνοδο της συντηρητικής Partido Popular και της ακροδεξιάς Vox, προσφέροντάς του ένα σπάνιο ράλι συσπείρωσης γύρω από τη σημαία.

Πέρα όμως από το μέτωπο του Ιράν, η αντιπαράθεση Σάντσεθ – Τραμπ είναι πολυεπίπεδη: από την άρνηση της Ισπανίας να εκτοξεύσει τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ, όπως απαιτεί η νέα γραμμή του ΝΑΤΟ υπό αμερικανική πίεση, μέχρι την απαγόρευση μεταφόρτωσης αμερικανικών όπλων προς το Ισραήλ μέσω ισπανικών βάσεων λόγω του πολέμου στη Γάζα. Ο Τραμπ κατηγορεί τη Μαδρίτη ότι «θέλει τζάμπα ασφάλεια» και απειλεί με «τιμωρία», την ώρα που η ισπανική κυβέρνηση απαντά ότι πάνω από 2,1% του ΑΕΠ στην άμυνα θα ήταν ασύμβατο με το κοινωνικό κράτος και την κοσμοθεωρία της χώρας.

Σάντσεθ, Τραμπ και η οικονομία των απειλών

Η επίδειξη πυγμής του Τραμπ απέναντι στον Σάντσεθ δεν είναι χωρίς ρίσκο και για τις δύο πλευρές: η Ισπανία έχει εμπορικό έλλειμμα με τις ΗΠΑ, εξάγοντας αγαθά περίπου 21 δισ. δολαρίων το 2025 – από μηχανήματα και φάρμακα μέχρι ελαιόλαδο και κρασί και εισάγοντας προϊόντα αξίας 26 δισ. δολαρίων, μεταξύ των οποίων πετρέλαιο και υγροποιημένο φυσικό αέριο. Σχεδόν το ένα τρίτο των εισαγωγών φυσικού αερίου της χώρας προέρχεται από τις ΗΠΑ, ενώ γίγαντες όπως η Banco Santander και η Iberdrola έχουν βαθιά παρουσία στην αμερικανική αγορά, που θα μπορούσε να βρεθεί στο στόχαστρο ενός επιλεκτικού εμπορικού πολέμου.

Παρά τις βροντερές δηλώσεις του Τραμπ για «πλήρες εμπάργκο», η νομική πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη: το όπλο των καθολικών δασμών μέσω νόμου έκτακτης ανάγκης έχει περιοριστεί μετά από πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενώ ακόμη και εναλλακτικά νομικά εργαλεία για επιλεκτικές κυρώσεις σε κλάδους συναντούν το εμπόδιο της ενιαίας εμπορικής πολιτικής της ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έσπευσε να προειδοποιήσει ότι «κάθε απειλή εναντίον κράτους-μέλους είναι απειλή εναντίον της ΕΕ», δείχνοντας πως μια στοχευμένη επίθεση στην Ισπανία θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτή ευρωπαϊκή απάντηση και να μετατρέψει τη διμερή σύγκρουση Σάντσεθ – Τραμπ σε μείζονα διατλαντική κρίση.

Ο Σάντσεθ ως «αντί-Τραμπ» της Ευρώπης

Εικόνα με εικόνα, ο Σάντσεθ χτίζει το προφίλ του ως «αντί-Τραμπ» της ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς: στηλιτεύει τη σκληρή μεταναστευτική πολιτική της Ουάσιγκτον ενώ προωθεί μαζική τακτοποίηση μεταναστών στην Ισπανία, καταγγέλλει την ανατροπή του Νικολάς Μαδούρο ως επικίνδυνο προηγούμενο και χαρακτηρίζει την ισραηλινή εκστρατεία στη Γάζα «γενοκτονία», αναγνωρίζοντας από τους πρώτους την παλαιστινιακή κρατικότητα. Ταυτόχρονα, επιχειρεί άνοιγμα προς την Κίνα, επιδιώκοντας επενδύσεις σε αυτοκινητοβιομηχανία και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σε αντίθεση με τον πιο επιφυλακτικό τόνο άλλων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, και πιέζει για αυστηρότερο έλεγχο των Big Tech, προωθώντας μεταξύ άλλων απαγόρευση πρόσβασης των κάτω των 16 στα social media, σύμφωνα με το Bloomberg.

Σε αυτό το πλαίσιο, η σύγκρουση Σάντσεθ – Τραμπ για τον πόλεμο στο Ιράν μοιάζει λιγότερο με «μονό επεισόδιο» και περισσότερο με το νέο κανονικό μιας Ευρώπης που προσπαθεί να χαράξει πιο αυτόνομη στρατηγική, χωρίς όμως να κόψει τον ομφάλιο λώρο με τις ΗΠΑ. Κι αν ο Ισπανός πρωθυπουργός κερδίζει πρόσκαιρα πολιτικά κέρδη στο εσωτερικό, η πραγματική δοκιμασία θα είναι αν η Ισπανία και η ΕΕ μπορούν να αντέξουν τις οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες ενός μακρόσυρτου μπρα ντε φερ με τον Τραμπ εν μέσω πολέμου, ενεργειακής αβεβαιότητας και βαθιά διχασμένης Δύσης.