Η Γερμανία του Φρίντριχ Μερτς μπαίνει σε μια περίοδο πολιτικής αστάθειας, καθώς οι κάλπες και οι δημοσκοπήσεις στέλνουν μήνυμα αποδοκιμασίας στην κυβερνητική του συμμαχία, στη σκιά οικονομικής στασιμότητας και πολεμικών φόβων.

Το χαστούκι ήρθε από το παραδοσιακά συντηρητικό προπύργιο της Βάδης-Βυρτεμβέργης, όπου οι Πράσινοι επικράτησαν τόσο της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς όσο και του σοσιαλδημοκρατικού SPD, το οποίο κατέγραψε τη χειρότερη επίδοσή του σε κρατιδιακές εκλογές μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με μόλις 5,5%. Ο επικεφαλής υποψήφιος των Σοσιαλδημοκρατών στο κρατίδιο, Αντρέας Στοχ, μίλησε για «μία από τις σκοτεινότερες ημέρες» της ιστορίας του SPD, παραδεχόμενος ότι δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα ανακοινώσει μονοψήφιο ποσοστό.

Γερμανία – Μερτς σε κλοιό φόβου

Η εικόνα αυτή στη Γερμανία αποτυπώνει μια βαθύτερη ανησυχία: τη σύζευξη φόβου για τον πόλεμο με την αγωνία για την οικονομία. Στις έρευνες γνώμης σχεδόν τρία τέταρτα των ψηφοφόρων στη Βάδη-Βυρτεμβέργη δηλώνουν ότι έχουν «μεγάλες ανησυχίες» για την ασφάλεια της Ευρώπης, ενώ πάνω από τους μισούς φοβούνται ότι δεν θα έχουν αρκετά χρήματα στα γηρατειά. Ταυτόχρονα, η ακροδεξιά AfD ενισχύεται, κατακτώντας ισχυρή τρίτη θέση στο κρατίδιο παρά τις καταγγελίες για συστηματική νεποκρατία, ενώ στις ανατολικές ομόσπονδες χώρες προηγείται στις δημοσκοπήσεις ενόψει των εκλογών του Σεπτεμβρίου.

Η κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον Μερτς –μια εύθραυστη σύμπραξη συντηρητικών και SPD– δοκιμάζεται από βαθιές ιδεολογικές ρωγμές στην οικονομική πολιτική και στη στάση απέναντι στους πολέμους στην Ουκρανία και το Ιράν. Οι Χριστιανοδημοκράτες πιέζουν για περικοπές κοινωνικών δαπανών στο όνομα της ανταγωνιστικότητας, ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες προσπαθούν να προστατεύσουν το κοινωνικό κράτος για να συγκρατήσουν το εναπομείναν σοσιαλιστικό ακροατήριό τους. Στο μέτωπο των δημοσιονομικών, οι δύο εταίροι διαφωνούν για την ερμηνεία των αυστηρών συνταγματικών ορίων στον δανεισμό: αν και συμφώνησαν σε χαλάρωση για αμυντικές δαπάνες, το SPD ζητεί περαιτέρω ευελιξία, ενώ ο Μερτς επαναλαμβάνει ότι «περαιτέρω χρέος δεν τίθεται υπό συζήτηση».

Γερμανία – Μερτς και ο πόλεμος στο Ιράν

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, η Γερμανία του Μερτς ευθυγραμμίζεται στενά με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ στις επιθέσεις κατά του Ιράν, με τον καγκελάριο να χαρακτηρίζει την Τεχεράνη «κέντρο της διεθνούς τρομοκρατίας» που πρέπει να «κλείσει». Η στάση αυτή, όμως, συγκρούεται με την κοινή γνώμη: δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Γερμανών αντιτίθεται στα χτυπήματα, ενώ ο αντιπρόεδρος και ηγέτης του SPD, Λαρς Κλινγκμπάιλ, δηλώνει κατηγορηματικά ότι «αυτός δεν είναι ο δικός μας πόλεμος» και θέτει θέμα παραβίασης του διεθνούς δικαίου.

Η εξωτερική πολιτική του Μερτς, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο Ιράν. Από τις επανειλημμένες του παρεμβάσεις σε Βερολίνο, Βρυξέλλες και Ουάσινγκτον, ο Γερμανός καγκελάριος επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε μια σκληρή γραμμή έναντι της Ρωσίας –συγκρίνοντας δημόσια τον Βλαντίμιρ Πούτιν με τον Χίτλερ– και σε μια πιο πραγματιστική προσέγγιση απέναντι στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, τον οποίο αποφεύγει επιμελώς να αντικρούσει δημοσίως. Σε μια πρόσφατη επίσκεψή του στον Λευκό Οίκο, ο Μερτς κάθισε «αδύναμος» δίπλα στον Τραμπ, ενώ εκείνος εξαπέλυε πυρά κατά Ευρωπαίων συμμάχων, προτιμώντας να κρατήσει τις διαφωνίες του «πίσω από τις κάμερες» με στόχο να πείσει την Ουάσινγκτον να παραμείνει στο πλευρό της Ουκρανίας και να αποφύγει έναν καταστροφικό εμπορικό πόλεμο.

Γερμανία – Μερτς, οικονομία και άνοδος της ακροδεξιάς

Παράλληλα με τα πολεμικά μέτωπα, η Γερμανία καλείται να αντιμετωπίσει μια επιδεινούμενη οικονομική πραγματικότητα: η βιομηχανική καρδιά της χώρας, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, δοκιμάζεται από την ενεργειακή κρίση, τις μεταφορές παραγωγής και τον διεθνή ανταγωνισμό. Ο ίδιος ο Μερτς έχει προειδοποιήσει ότι η Γερμανία ζει «βαθιά αβέβαιες εποχές», ενώ σε ξεχωριστές παρεμβάσεις του έχει ζητήσει από τους Γερμανούς να «δουλέψουν περισσότερο», προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό. Η συζήτηση για την «άρρωστη» γερμανική οικονομία, την ανασφάλεια για το κόστος ζωής και τους φόβους για τα γηρατειά τροφοδοτεί την οργή των ψηφοφόρων και, όπως δείχνουν τα άρθρα του Politico, συνδέεται άμεσα με την άνοδο της ακροδεξιάς AfD πέρα από τα παραδοσιακά της ανατολικά οχυρά.

Παρά τις πιέσεις, ο Φρίντριχ Μερτς διαβεβαιώνει ότι η κυβέρνηση συνασπισμού θα αντέξει, όχι από πολιτικό έρωτα, αλλά ως «η μόνη επιλογή για μια σταθερή κυβέρνηση στο κέντρο» απέναντι στην ενισχυόμενη Ακροδεξιά. Επιμένει στην «αντιπυρική ζώνη» γύρω από την AfD, αποκλείοντας κάθε συνεργασία σε ομοσπονδιακό και περιφερειακό επίπεδο, την ώρα που στελέχη της AfD δηλώνουν βέβαια ότι αν οι Χριστιανοδημοκράτες καταγράψουν «πέντε άσχημα αποτελέσματα στη σειρά», η πίεση θα οδηγήσει είτε στην κατάρρευσή τους είτε στην πτώση του «τείχους» απομόνωσης. Μπροστά του, ο καγκελάριος έχει ακόμη μια κρίσιμη δοκιμασία σε λιγότερο από δύο εβδομάδες στο κρατίδιο Ρηνανία-Παλατινάτο, όπου οι δημοσκοπήσεις δείχνουν SPD και CDU στήθος με στήθος και την AfD να ετοιμάζεται να διπλασιάσει τα ποσοστά της, σύμφωνα με το Politico.

Σε αυτό το σκηνικό, η Γερμανία του Μερτς δείχνει να παλεύει ταυτόχρονα με τρία μέτωπα –οικονομία, πόλεμοι, άνοδος της ακροδεξιάς– χωρίς σαφή αφήγηση που να καθησυχάζει τους πολίτες. Κι όσο ο καγκελάριος επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην προσήλωση στη «δημοσιονομική ορθοδοξία», την πλήρη στοίχιση με τον Τραμπ και την ανάγκη να κρατήσει αλώβητο το κεντρώο μέτωπο κατά της AfD, τόσο περισσότερο οι κάλπες δείχνουν ότι οι Γερμανοί είναι αποφασισμένοι να τον «τιμωρήσουν».